Το Δελτίο τύπου της “Επτανησιακής Πρωτοβουλίας”, για την εγκατάσταση λατομικής δραστηριότητας στην περιοχή της Πηλίδας αναλυτικά αναφέρει τα εξής:

«Λατομική Ζώνη στην περιοχή Πηλίδας Σωκρακίου»

Αναφορικά με την εγκατάσταση της λατομικής δραστηριότητας στην περιοχή της Πηλίδας Σωκρακίου, κρίνουμε σκόπιμο να αναφερθούμε στα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα όπως έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα.

Στην Κέρκυρα δεν είχε γίνει ποτέ καθορισμός λατομικής ζώνης και αυτό είναι ένα ακόμη από τα κενά που επιφέρει η έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού στην Κέρκυρα. Για τον ίδιο λόγο συναντάμε αντίστοιχες περιπτώσεις, οι οποίες καταλήγουν μέσα από δαιδαλώδεις διαδικασίες, σε νομικό τέλμα και δεν καταφέρνουμε τελικά να προσδιορίσουμε καίρια και υπεύθυνα κρίσιμα ζητήματα για τον τόπο μας. Ήδη από το 2008 η λατομική δραστηριότητα που υφίστατο ανεστάλη, ενώ είχε ζητηθεί από τις επιχειρήσεις την περίοδο εκείνη, η προσκόμιση συμπληρωματικών δικαιολογητικών που θα θεράπευαν τις όποιες αδυναμίες. Αυτό, από όσο γνωρίζουμε δεν έγινε ποτέ κι έτσι παύθηκε οριστικά η λατομική δραστηριότητα. Θυμίζουμε ότι μέχρι την ψήφιση του Ν. 4512/18 δεν υπήρχε πρόβλεψη για τους περιορισμούς που επιφέρει η εδαφική ανελαστικότητα των νησιωτικών περιοχών, με αποτέλεσμα να μην ήταν εφικτό να ικανοποιηθεί το κριτήριο των αποστάσεων για την χωροθέτηση της λατομικής περιοχής, όπου σε συνδυασμό με το ιδιάζον ιδιοκτησιακό καθεστώς της Κέρκυρας, δεν υπήρχε ούτε η κατάλληλη δημόσια έκταση.

Από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, ήτοι από το 2018, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, εισήχθη το κριτήριο της νησιωτικότητας, ανοίγοντας τυπικά τον δρόμο για την επανένταξη της λατομικής δραστηριότητας στο νησί. Η Επιτροπή που έχει συσταθεί με εκπροσώπους της Περιφέρειας, του Δήμου, της Αρχαιολογίας, του Δασαρχείου και του ΥΠΕΚΑ, η οποία γνωμοδοτεί για τον καθορισμό της λατομικής περιοχής, έλαβε υπόψη το κριτήριο της νησιωτικότητας, όπως προβλέπεται στην παρ. 3, άρθρο 48 του Ν. 4512/18, όπου μπορεί να υπάρξει απόκλιση από την απόσταση των χιλίων μέτρων. Όμως, δεν υπάρχει κλίμακα αποκλίσεων και έτσι δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποιες είναι ακριβείς μικρότερες αποστάσεις, που πρέπει να τηρούνται για την επιλογή της λατομικής περιοχής. Επιπλέον δεν έχουμε εικόνα του σχετικού πρακτικού της Επιτροπής και δεν γνωρίζουμε αντίστοιχα το σκεπτικό αυτής και πώς συνεκτιμά τις παραμέτρους που συνηγορούν στον προσδιορισμό αυτής της απόστασης. Αναφέρουμε ακόμη ότι στις διατάξεις του ίδιου νόμου αναφέρεται η κατ’ εξαίρεση επιλογή της λατομικής περιοχής σε έκταση ιδιωτική, αρκεί η επιχείρηση να προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας, προσύμφωνο ή συμβόλαιο μίσθωσης ή παραχώρησης για τον σκοπό αυτό.

Σε ότι αφορά την ευθύνη αποκατάστασης της λατομικής περιοχής, προβλέπεται μεν στο άρθρο 13 του ίδιου νόμου, χωρίς όμως να προσδιορίζεται η εποπτεύουσα και ελεγκτική αρχή του εγχειρήματος, γεγονός που συνιστά όχι μόνο νομικό, αλλά κρίσιμο και ουσιαστικό κενό, που πρέπει να διερευνηθεί.

Είναι προφανές ότι υπάρχει επιβεβλημένη ανάγκη καθορισμού λατομικής περιοχής και εγκατάστασης εντός των ορίων αυτής λατομικής δραστηριότητας, η οποία έχει ήδη αποτυπωθεί με την υπ’ αριθ. 20-3/2018. Απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, επί Περιφερειακής Αρχής ΑΝΑΣΑ. Στο σημείο αυτό αναφέρουμε ότι έκτοτε δεν έγινε καμία ενέργεια, με ευθύνη της τότε Περιφερειακής Αρχής για την επιλογή λατομικής περιοχής, γεγονός που προβληματίζει, καθώς φαίνεται ότι συνειδητά επέλεξαν να μην προβούν στην ολοκλήρωση των διαδικασιών, γνωρίζοντας ότι αυτό θα προκαλέσει αντιδράσεις από την τοπική κοινωνία. Τρία χρόνια λοιπόν μετά η παράταξη ΑΝΑΣΑ επικρίνει την επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής, η οποία όμως προέκυψε έπειτα από γνωμοδότηση της αρμόδιας Επιτροπής, η οποία συστάθηκε επί των ημερών της θητείας της. Πρόκειται για τυπική στάση της συγκεκριμένης παράταξης, η οποία αρέσκεται σε εντυπωσιασμούς κενού περιεχομένου.

Μια τέτοια πολιτική στάση όμως, κάθε άλλο παρά ως υπεύθυνη μπορεί να χαρακτηριστεί.

Εάν επιλέγει κανείς να σπείρει ανέμους, θα πρέπει να έχει την ευθιξία και την αντοχή, να είναι παρών, όταν θα έρθει η στιγμή που θα θερίσει θύελλες.

Το ζήτημα προφανώς είναι εάν η απόφαση της Επιτροπής, είναι ορθή ή εσφαλμένη, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει η διαπιστωμένη ανάγκη της λατομικής δραστηριότητας στην Κέρκυρα, για λόγους οικονομικής ομαλότητας.

Θεωρούμε ότι η εγκατάσταση λατομικής δραστηριότητας, θα αποκαταστήσει την αταξία που υπήρχε στο διάστημα των δώδεκα περίπου χρόνων που μεσολάβησαν από το κλείσιμο των λατομείων και της παράνομης –  γεγονός το οποίο ελέγχεται –  εξόρυξης αδρανών υλικών σε διάφορα σημεία. Σύμφωνα με πληροφορίες, η λατομική δραστηριότητα υφίστατο, απλώς δεν μπορούσε να ελεγχθεί.

Κάποια στιγμή όμως  θα πρέπει να γίνει η αρχή της ασφαλούς λατομικής δραστηριότητας, πάντα όμως έχοντας διασφαλίσει τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία και για την αποκατάσταση του περιβάλλοντος μετά την απομάκρυνση της δραστηριότητας. Αυτή πρέπει να είναι δέσμευση ρητή και αδιαπραγμάτευτη, πάντα όμως με την σύμφωνη γνώμη της τοπικής κοινωνίας, έπειτα από εκτενή ενημέρωση από τις αρμόδιες αρχές και διαδικασία ανοιχτής διαβούλευσης.

Η παράταξη μας προκειμένου να διαμορφώσει κατά το δυνατόν πλήρη άποψη για το θέμα, προέβη σε έρευνα και ανάλυση των δεδομένων που συγκλίνουν σε κάθε μία από τις δύο κατευθύνσεις, όπως μέχρι στιγμής έχουν προκύψει. Υπάρχουν αρκετά κενά, τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να αποκατασταθούν, όπως για παράδειγμα με ποιο τρόπο θα γίνεται η εξόρυξη των αδρανών υλικών, ενώ παραμένει κατά την άποψη μας το νομικό κενό για απαρέγκλιτη και ασφαλή επιλογή της λατομικής περιοχής και συνακόλουθα της έναρξης σε αυτή, λατομικής δραστηριότητας.

Συνεκτιμώντας αυτούς τους παράγοντες ψηφίσαμε ” Λευκό” κατά την χθεσινή συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου, ως έκφραση αντίδρασης σε περιπτώσεις όπου το σώμα καλείται να λάβει αποφάσεις, οι οποίες δεν δύνανται, πρακτικά και τυπικά, να έχουν θεσμικό αντίκρισμα.

Το συγκεκριμένο θέμα, παρόλο που εγείρει την συζήτηση γύρω από ένα κρίσιμο ζήτημα, θεωρούμε ότι ξεφεύγει από την αρμοδιότητα του Περιφερειακού Συμβουλίου, διότι δεν έχει την αρμοδιότητα κύρωσης ή ακύρωσης τέτοιων αποφάσεων. Συνεπώς καταλήγουμε σε μια συζήτηση, το αποτέλεσμα της οποίας είναι ελλιπές, αποσπασματικό και ουδόλως ουσιαστικό.

Πιστεύουμε ότι τέτοιου είδους προβλήματα ανακύπτουν εξαιτίας της απουσίας χωροταξικού σχεδιασμού, όταν μάλιστα υπάρχουν πολλοί περιορισμοί που απορρέουν και από την νησιωτικότητα. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο συνεχώς θα βρίσκουμε μπροστά μας, αφού δεν έχουμε επιλύσει το βασικό και θεμελιώδες πρόβλημα τακτοποίησης του χώρου.