«Τεράστιες οι ευθύνες της κυβέρνησης για την καταστροφή στη Θεσσαλία» ανέφερε η υποψήφια για την αρχηγία του ΣΥΡΙΖΑ

«Η Θεσσαλία έχει υποστεί ένα τεράστιο πλήγμα. Πρώτα απ’ όλα είχαμε απώλειες ανθρωπίνων ζωών. Έχουμε ανυπολόγιστες καταστροφές σε υποδομές.

Υπάρχουν τραγικές συνέπειες στην τοπική και στην εθνική οικονομία, στην αγροτική παραγωγή και στην κτηνοτροφία. Υπάρχει κίνδυνος δημόσιας υγείας από τα λιμνάζοντα νερά. Υπάρχουν σοβαρότατα προβλήματα στην καθημερινότητα και στην επιβίωση των ανθρώπων στην περιοχή», δήλωσε η Έφη Αχτσιόγλου στον “Real FM 97,8”.

«Η κυβέρνηση έχει τεράστιες ευθύνες σε τρία επίπεδα:

– Στην πρόληψη όπου δεν έγιναν σοβαρά αντιπλημμυρικά έργα. Πριν από τρία χρόνια είχαμε τον “Ιανό” και στην περιοχή έπεσαν περίπου 700 εκατομμύρια. Πού πήγαν αυτά τα χρήματα; Ο κ. Μητσοτάκης δεν έχει απαντήσει.

– Δεν υπήρξε σοβαρή παρέμβαση τη στιγμή εκδήλωσης του φαινομένου το οποίο ήταν προδιαγεγραμμένο.

– Στην αντιμετώπιση των συνεπειών υπάρχει απουσία και έλλειψη του κρατικού μηχανισμού», επισήμανε.

Σχολιάζοντας τις δηλώσει του κ. Μητσοτάκη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνισε ότι «μίλησε για τα 2,2 δισ., τα οποία δεν είναι νέο χρήμα, ήταν υπάρχοντες αναξιοποίητοι πόροι. Γιατί η κυβέρνηση δεν είχε αξιοποιήσει αυτούς τους πόρους για τα αναγκαία μέτρα πρόληψης; Επίσης, έχει 0% απορρόφηση από το Ταμείο Ανάκαμψης για αντιπλημμυρικά έργα, 0% για τα έργα πολιτικής προστασίας και 2% απορρόφηση για δασοπροστασία».

Η κ. Αχτσιόγλου υπογράμμισε πως «η κυβέρνηση πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της και όχι να κάνει επικοινωνιακά παιχνίδια» και πρόσθεσε ότι «χρειάζεται σοβαρός σχεδιασμός για την αντιπλημμυρική προστασία και την αξιοποίηση των πόρων, έγκαιρη και ουσιαστική παρέμβαση τη στιγμή της εκδήλωσης ακραίων φαινομένων γιατί η κλιματική κρίση είναι εδώ, αντιπλημμυρικά έργα στις καμένες περιοχές ενόψει χειμώνα».

Σημείωσε, παράλληλα, ότι «η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει την εξαίρεση των δαπανών, για την αποκατάσταση των καταστροφών, από τους στόχους του Συμφώνου Σταθερότητας περί πρωτογενών πλεονασμάτων».

Αναφερόμενη στην υποψηφιότητά της για την προεδρία του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. δήλωσε ότι «οφείλουμε, μπορούμε και αξίζουμε να ζήσουμε καλύτερα. Πιστεύω ότι με εμένα στο τιμόνι ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. μπορεί να δώσει αυτή την προοπτική στους πολίτες, απέναντι στην κυβέρνηση της ΝΔ που έχει υποτάξει την κοινωνία σε μία καθημερινότητα εξαιρετικά χαμηλών προσδοκιών» και υπογράμμισε πως «ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να ισχυροποιήσει εκ νέου τους δεσμούς του με την κοινωνία. Το κρίσιμο είναι να ξεκινήσουνε μία πορεία από τα κάτω και να βρεθούμε παντού, για να δημιουργήσουμε και πάλι πλειοψηφική δυναμική».

Για την ενότητα του κόμματος τόνισε ότι «δεν τίθεται ζήτημα ενότητας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. την επόμενη μέρα. Για εμένα το να είμαστε όλοι μαζί είναι το ελάχιστο, είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής. Το ζήτημα είναι να κερδίζουμε κάθε μέρα και έναν περισσότερο. Όταν είσαι κυβερνητικό κόμμα επιδιώκεις να ασκήσεις τη μέγιστη δυνατή πολιτική και ιδεολογική επιρροή στην κοινωνία».

Υπογράμμισε, τέλος, ότι «η πολιτική είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, γιατί επηρεάζει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, και ως τέτοιο σοβαρό ζήτημα πρέπει να τη διαφυλάξουμε. Δεν παίζουμε με την πολιτική, κάνουμε πολιτική».