Η καρδιά αποτελείται από τέσσερις κοιλότητες, τους κόλπους και τις κοιλίες. Λειτουργεί ως μία αντλία, λαμβάνοντας οξυγονωμένο αίμα από τους πνεύμονες το οποίο εξωθεί προς την αορτή και στο υπόλοιπο σώμα.

Στη συνέχεια δέχεται το αίμα που επιστρέφει από τις φλέβες και το ωθεί προς τους πνεύμονες. Αυτός είναι ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται συνεχώς σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας και για να πραγματοποιείται φυσιολογικά, θα πρέπει η καρδιά να συστέλλεται συγχρονισμένα μέσω του συστήματος αγωγής του ηλεκτρικού ερεθίσματος. Αν υπάρξει διαταραχή σε αυτόν τον κύκλο, τότε οδηγούμαστε στην εμφάνιση αρρυθμιών.

«Η λέξη αρρυθμία δηλώνει πως η λειτουργία της καρδιάς στερείται ρυθμού, δηλαδή χτυπά πολύ γρήγορα ή πολύ αργά ή με μη ρυθμικό τρόπο. Σαν όρος είναι αρκετά γενικός και περιλαμβάνει μία μεγάλη ομάδα διαταραχών του καρδιακού ρυθμού, από αρκετά αθώες έως αρρυθμίες απειλητικές για τη ζωή αν παραμείνουν χωρίς θεραπεία», τονίζει η κ. Θεώνη Μεσίσκλη MD, Καρδιολόγος – Αρρυθμιολόγος Τμήμα Ηλεκτροφυσιολογίας και Βηματοδότησης Metropolitan Hospital και συνεχίζει, «ως ηλεκτροφυσιολόγος (αρρυθμιολόγος), δηλαδή καρδιολόγος με εξειδίκευση στις αρρυθμίες, αντιμετωπίζω καθημερινά πολλούς ασθενείς που παραπονούνται για μη κανονικό καρδιακό ρυθμό».

Πώς δημιουργείται ο κανονικός ή μη κανονικός παλμός και ποια είναι τα συμπτώματα;

Ο παλμός της καρδιάς δημιουργείται από ένα ηλεκτρικό ερέθισμα που παράγεται στη φυσιολογική “μπαταρία” της, γνωστή ως φλεβόκομβος. Αυτός μεταβάλλεται συνεχώς κατά τη διάρκεια του 24ώρου ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού μας. Όταν αυτό το ερέθισμα δεν παράγεται ή δεν μεταδίδεται σωστά ή υπάρχει και άλλο κέντρο που παράγει με μη φυσικό τρόπο ερεθίσματα, δημιουργείται αρρυθμία. Αυτή δεν αφήνει το αίμα να προωθηθεί σωστά από την καρδιακή αντλία σε όλο μας το σώμα.

«Συνήθη συμπτώματα μπορεί να είναι: ένα αίσθημα “φτερουγίσματος”, “σφυροκοπήματος” στο στήθος (που το ονομάζουμε αίσθημα προκάρδιων παλμών), αδυναμία, ζάλη, λιποθυμία, ανησυχία, δυσφορία ή ακόμη και δύσπνοια, πόνος στο στήθος ή συγκοπή. Παρόλα αυτά, κάποιοι ασθενείς με αρρυθμίες έχουν λίγα ή καθόλου συμπτώματα και οι αρρυθμίες αυτές μπορεί να ανακαλυφθούν τυχαία σε κάποια εξέταση ρουτίνας ή επειδή έχει προκύψει κάποιο άλλο ιατρικό πρόβλημα», επισημαίνει η ειδικός.

Οι πιο συχνές αρρυθμίες

Οι έκτακτες συστολές, δηλαδή οι “παραπανίσιες” συστολές (παλμοί) που ενίοτε επηρεάζουν τον φυσιολογικό ρυθμό της καρδιάς και μπορεί να έχουμε νοιώσει πολλοί από εμάς. Μια έκτακτη συστολή μπορεί να δημιουργήσει το αίσθημα ότι η καρδιά χάνει έναν παλμό. Συχνά προκαλούνται από έντονα συναισθήματα (χαράς ή λύπης) ή κάποιους εξωγενείς παράγοντες όπως το αλκοόλ, ο καφές ή η νικοτίνη.

Αυτές οι συστολές δεν είναι συνήθως ανησυχητικές. Σπανιότερα, μπορεί να είναι προμήνυμα μιας πιο σοβαρής κατάστασης και κυρίως σε ασθενείς με καρδιακή νόσο.

Ταχυκαρδία

Ως ταχυκαρδία ορίζουμε, όταν οι παλμοί στην ηρεμία είναι πάνω από 100 στο λεπτό. Οι φυσιολογικοί παλμοί δεν είναι οι ίδιοι για κάθε άνθρωπο, καθώς εξαρτώνται από την ηλικία και από την γενική κατάσταση της υγείας του ατόμου. Έτσι στην πραγματικότητα, κάθε αύξηση του αριθμού των παλμών από το φυσιολογικό μας και ιδιαίτερα αν συνοδεύεται από συμπτώματα, μπορεί να είναι σημάδι αρρυθμίας.

Ανάμεσα τους, συναντούμε:

  • Φλεβοκομβική ταχυκαρδία: Συνήθως προκαλείται από άγχος, ένταση, πυρετό ή άσκηση. Πρόκειται γενικά για μια φυσιολογική λειτουργία της καρδιάς κάτω από ορισμένες καταστάσεις και συνήθως δεν αποτελεί αρρυθμία.
  • Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία: Η κατάσταση κατά την οποία ηλεκτρικά ερεθίσματα από το πάνω μέρος της καρδιάς δημιουργούν έναν γρήγορο καρδιακό παλμό που συνήθως είναι μη ανεκτός από τον ασθενή, αλλά όχι επικίνδυνος για τη ζωή του.
  • Κολπική μαρμαρυγή: Πρόκειται για ένα χαοτικό υπερκοιλιακό ρυθμό που προκαλεί ένα γρήγορο και ασύγχρονο καρδιακό παλμό. Αυτή η κατάσταση μπορεί να είναι παροδική ή μπορεί να μην σταματήσει χωρίς θεραπεία και τελικά να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, όπως το εγκεφαλικό.
  • Κολπικός πτερυγισμός: Παρόμοια ταχυκαρδία με την κολπική μαρμαρυγή, αλλά οι καρδιακοί παλμοί είναι πιο οργανωμένοι και συσχετίζεται και αυτός με εγκεφαλικά επεισόδια.
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία: Μια ρυθμική ταχυκαρδία που δεν επιτρέπει τις κοιλίες της καρδιάς να γεμίζουν με αίμα επαρκώς, με αποτέλεσμα να μη δύνανται να στείλουν επαρκή ποσότητα αίματος στο σώμα. Μπορεί να μην είναι επικίνδυνη σε ανθρώπους χωρίς καρδιακή νόσο, αλλά σε αυτούς με καρδιακά προβλήματα αποτελεί επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση.
  • Κοιλιακή μαρμαρυγή: Ο χαοτικός κοιλιακός ρυθμός που οδηγεί στον θάνατο αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα.

Βραδυκαρδία

Λέμε ότι έχουμε βραδυκαρδία όταν οι παλμοί είναι λιγότεροι από 60 το λεπτό. «Οι λίγοι παλμοί δεν είναι πάντα δείγμα παθολογικού ρυθμού. Καθημερινά συναντούμε νέους ή και μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους που γυμνάζονται και διατρέφονται σωστά και έχουν λιγότερους από 60 παλμούς, με υγιή καρδιά. Αν αισθανόμαστε καλά, ο αριθμός δεν αποτελεί πρόβλημα, εξηγεί η καρδιολόγος.

Ποιες είναι οι παθολογικές βραδυκαρδίες;

Αν ο φυσιολογικός βηματοδότης της καρδιάς δε δουλεύει σωστά -πιο συχνά σε μεγάλους σε ηλικία ανθρώπους- μπορεί να αισθανθούμε αδυναμία, ζάλη, λιποθυμία ή ταχυκαρδία. Αυτό ονομάζεται νόσος φλεβοκόμβου. Η αντιμετώπιση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η τοποθέτηση μόνιμου βηματοδότη.

Επιπλέον, μπορεί να προκαλείται από αποκλεισμό του παλμού σε κάποιο σημείο του ηλεκτρικού συστήματος της καρδιάς, με πιο επικίνδυνη μορφή τον πλήρη κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Η αντιμετώπιση και εδώ είναι η τοποθέτηση βηματοδότη.

Πώς γίνεται η διάγνωση της αρρυθμίας;

Για να γίνει η διάγνωση της αρρυθμίας, πρέπει να καταγράψουμε τον μη φυσιολογικό παλμό και να βρούμε την αιτία αυτής της “ανωμαλίας”.

«Πρωταρχικό ρόλο έχει το ιστορικό του ασθενούς (τόσο ατομικό, όσο και κληρονομικό). Με την επίσκεψη στο γιατρό, ακολουθεί λεπτομερής ιατρική εξέταση και ηλεκτροκαρδιογράφημα. Μπορεί επίσης να ζητηθούν εξετάσεις αίματος, υπερηχοκαρδιογράφημα, δοκιμασία κόπωσης, Holter ρυθμού (24ώρη ή και παρατεινόμενη ανάλογα με τα συμπτώματα καταγραφής του καρδιακού ρυθμού), tilt-table test (δοκιμασία ανάκλισης για τη διερεύνηση λιποθυμικών επεισοδίων) και σε κάποιες περιπτώσεις γενετικά τεστ, απεικονίσεις της καρδιάς με αξονική ή μαγνητική τομογραφία και ηλεκτροφυσιολογική μελέτη (για να μετρήσουμε την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς)» αναφέρει.

Πώς αντιμετωπίζονται οι αρρυθμίες;

Σημαντική είναι η πρόληψη. Αν και δεν μπορούμε πάντα να τις προλάβουμε, σίγουρα μειώνουμε τον κίνδυνο αν:

  • Ζητήσουμε βοήθεια από τους ειδικούς καρδιολόγους και ακολουθήσουμε τα θεραπευτικά βήματα.
  • Αθλούμαστε τακτικά
  • Αποφεύγουμε το κάπνισμα και διάφορα φάρμακα που τις πυροδοτούν
  • Περιορίζουμε την κατανάλωση αλκοόλ
  • Συζητάμε με το γιατρό μας πριν πάρουμε οποιοδήποτε φάρμακο ή συμπλήρωμα διατροφής
  • Προσέχουμε τη διατροφή μας και διατηρούμε ένα κανονικό βάρος
  • Ελέγχουμε την αυξημένη πίεση και θεραπεύουμε το σύνδρομο άπνοιας.

Σε περίπτωση που η αρρυθμία θέλει άλλη αντιμετώπιση, τότε μπορεί να συστηθούν:

  • Φάρμακα ανάλογα με τον τύπο της αρρυθμίας
  • Επεμβάσεις, όπως η κατάλυση (ablation)
  • Εμφυτεύσιμες συσκευές, όπως βηματοδότες, απινιδιστές, θεραπεία επανασυγχρονισμού.

Τι είναι η κατάλυση (ablation) που όλο και πιο συχνά χρησιμοποιείται στις μέρες μας για την αντιμετώπιση των αρρυθμιών;

«Σε ειδικά οργανωμένο εργαστήριο, το ηλεκτροφυσιολογικό, γίνεται η επέμβαση κατά την οποία με τοπική αναισθησία τοποθετούνται μέσω των φλεβών καθετήρες στην καρδιά. Με τη βοήθεια αισθητήρων που έχουν στην κορυφή τους, εντοπίζουμε τις περιοχές που παράγουν μη φυσιολογικά ηλεκτρικά σήματα και τις αποκλείουμε είτε με κρύο (cryo-ablation) είτε με θερμότητα (συνήθως ρεύμα ραδιοσυχνότητας), αποκαθιστώντας τον φυσιολογικό ρυθμό της καρδιάς.

Εδώ και δεκαετίες, η μέθοδος αυτή αποτελεί θεραπεία εκλογής για υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, δεμάτια και κοιλιακές ταχυκαρδίες ανθιστάμενες στα φάρμακα. Σήμερα όμως, επιλέγεται ως θεραπεία και για μια πιο συχνή αρρυθμία, την κολπική μαρμαρυγή, η οποία όσο νωρίτερα αντιμετωπιστεί τόσο καλύτερο θα είναι και το αποτέλεσμα», εξηγεί.

Τι είναι οι βηματοδότες;

Όταν οι παλμοί είναι χαμηλοί χωρίς να υπάρχει μια αιτία που μπορεί να διορθωθεί, ούτε με φαρμακευτική αγωγή, η λύση είναι ο βηματοδότης. Αυτός είναι μια μικρή συσκευή, η οποία εμφυτεύεται συνήθως κάτω από το υποδόριο στο θώρακα, κάτω από την κλείδα. Η συσκευή αυτή έχει ένα, δύο ή και τρία ηλεκτρόδια που τοποθετούνται σε διαφορετικά σημεία της καρδιάς για να αποκαταστήσουν το φυσιολογικό ηλεκτρικό σύστημα.

«Πρόκειται για μικρούς υπολογιστές που καταγράφουν το ρυθμό της καρδιάς δίνοντάς μας πληροφορίες για άλλες αρρυθμίες και για παραμέτρους που μας βοηθούν στην εξατομίκευση της σωστής λειτουργίας και αντιμετώπιση του ασθενή μας. Στις μέρες μας τοποθετούμε και βηματοδότες χωρίς ηλεκτρόδια (leadless pacemaker), απευθείας στην καρδιά. Η σωστή επιλογή βηματοδότη είναι διαφορετική για κάθε άνθρωπο και πρέπει να αποφασιστεί με τη βοήθεια ειδικού ηλεκτροφυσιολόγου», συμπληρώνει.

Τι διαφορετικό έχουν οι απινιδιστές (ή απινιδωτές);

Αυτές οι συσκευές που μοιάζουν με τους βηματοδότες έχουν τη δυνατότητα να θεραπεύουν επικίνδυνες για τη ζωή αρρυθμίες, είτε με ταχεία βηματοδότηση, είτε με μικρής ή μεγαλύτερης ενέργειας shock που επαναφέρει τον φυσιολογικό ρυθμό. Τους συστήνουμε σε ασθενείς που έχουν αυξημένο κίνδυνο για αρρυθμιολογικό θάνατο και είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της καρδιολογίας.

Πότε πρέπει να ανησυχήσουμε αν νιώσουμε μη φυσιολογικό παλμό;

«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας αν δεν συνοδεύεται από άλλες ενοχλήσεις, όπως ζάλη, πόνο, δύσπνοια κλπ. Παρόλα αυτά, ενώ οι περισσότερες αρρυθμίες είναι ακίνδυνες, κάποιες μπορεί να είναι σημάδι μιας πιο σοβαρής καρδιολογικής κατάστασης που απαιτεί θεραπεία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να πάρετε τη γνώμη ειδικού, γιατί η γνώση είναι δύναμη και η πρόληψη ο ακρογωνιαίος λίθος της υγείας, καταλήγει η κ. Μεσίσκλη.