Την στιγμή που η οικονομική κρίση στην Τουρκία συνεχίζεται και η Κεντρική Τράπεζα της χώρας αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αυτοδιορίστηκε πρόεδρος του επενδυτικού ταμείου της Τουρκίας, σε προεδρικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη, μεταδίδει η Ahval.

Το ταμείο ελέγχει δημόσια περιουσιακά στοιχεία όπως οι Turkish Airlines, η Ziraat Bank, η Halkbank και οι εταιρίες πετρελαίου Turkiye Petrolleri και Botas.

Το Τουρκικό Επενδυτικό Ταμείο ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 2016 για να αυξήσει την αξία των στρατηγικών περιουσιακών στοιχείων της Τουρκίας, να συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη και να εμβαθύνει ενεργά τις κεφαλαιαγορές με την εισαγωγή νέων προϊόντων.

Ο γαμπρός του Ερντογάν, ο υπουργός Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ, γίνεται αναπληρωτής πρόεδρος του επενδυτικού ταμείου σε μια πλήρη αναμόρφωση του συμβουλίου του και τον τρόπο με τον οποίο διορίζονται τα μέλη.

Ο σύμβουλος του Ερντογάν, Yigit Bulut, ο καθηγητής οικονομικών Kerem Alkin και ο Himmet Karadag, ο νεοδιορισθείς αναπληρωτής πρόεδρος της Halkbank και ο επικεφαλής του ταμείου, ήταν μεταξύ των αναχωρούντων μελών του διοικητικού συμβουλίου.

Γνωρίζοντας ότι η τουρκική οικονομία δεν μπορεί να γλιτώσει μία δραματική ύφεση που εξαφανίζει εισοδήματα και δεν αποκλείεται να στρέψει τους Τούρκους πολίτες εναντίον του, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αντεπιτίθεται – ή έστω έτσι νομίζει – καλώντας σε «ιερό πόλεμο» κατά του δολαρίου.

Ο Τούρκος πρόεδρος συνεχίζει να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο και παίρνει αποφάσεις που είναι πολύ πιθανό να μετανιώσει σύντομα.

Η είδηση ότι η Ρωσία, η Τουρκία και το Ιράν συζητούν να μειώσουν σημαντικά τη χρήση του δολαρίου στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ενδέχεται να αποτελέσει την αρχή ενός διαφορετικού οικονομικού-συναλλαγματικού πολέμου του οποίου οι διαστάσεις σήμερα φαντάζουν περιορισμένες, ωστόσο θα μπορούσαν να γιγαντωθούν. Πως; Αν στο παιχνίδι μπει και η Κίνα.

Ο Ερντογάν, στριμωγμένος στα σχοινιά που ο ίδιος έβαλε τον εαυτό του έχει αποφασίσει να συμμαχήσει με την Ρωσία και το Ιράν κυρίως σε ενεργειακό επίπεδο, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Κωνσταντίνος Μαριόλης στο Liberal.gr.

Όμως, με την τουρκική λίρα να συνεχίζει την ελεύθερη πτώση της και να παραμένει κοντά σε ιστορικά χαμηλά, ο Τούρκος πρόεδρος πηγαίνει την κόντρα με τις ΗΠΑ ένα βήμα παραπέρα.

Μέχρι… προχθές, ο σουλτάνος καλούσε τους Τούρκους πολίτες να ρευστοποιήσουν τα δολάρια που κατέχουν και να στηρίξουν τη λίρα, σε μία κίνηση ξεκάθαρα επικοινωνιακού χαρακτήρα, αφού τα εθνικά νομίσματα δεν στηρίζονται από βαρύγδουπες δηλώσεις στις πλατείες αλλά από την πορεία της οικονομίας και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

Βλέποντας ότι η παρότρυνσή του έπεσε στο κενό, ο Ερντογάν προχώρησε σε μία άλλη κίνηση απελπισίας, κηρύσσοντας στην ουσία «ιερό πόλεμο» κατά του δολαρίου. Στόχος του Τούρκου προέδρου, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να δώσει τέλος στην παγκόσμια κυριαρχία του αμερικανικού νομίσματος, παίρνοντας και άλλες μεγάλες δυνάμεις με το μέρος του.

Στην παρούσα φάση όλα αυτά μοιάζουν μακρινά σενάρια που απλώς ικανοποιούν το εσωτερικό ακροατήριο σε Ρωσία, Τουρκία και Ιράν. Το δολάριο είναι ο βασιλιάς της παγκόσμιας οικονομίας και για να… κουνηθεί από τη θέση του πρέπει να έρθουν τα πάνω κάτω.

Πόσo μάλλον, όταν η διαδικασία… εγκατάλειψης του αμερικανικού νομίσματος έχει χαρακτηριστικά «πολέμου», κατά τον οποίο το πιθανότερο σενάριο είναι οι μεγάλες δυνάμεις να προτιμήσουν να μην χαλάσουν τη συμμαχία με τον θείο Σαμ. Ακόμη και η Κίνα που βρίσκεται σε ευθύ εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ.

Πόσο, φοβάται, λοιπόν, ο Ντόναλντ Τραμπ την σύμπλευση της Ρωσίας με την Τουρκία και το Ιράν; Καθόλου είναι μία εύκολη απάντηση, διότι αυτός είναι ο Τραμπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει κάθε λόγο να μην πτοείται από τις απειλές του σουλτάνου, αφού το παιχνίδι σε παγκόσμιο επίπεδο δεν μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από την τουρκική κρίση.

Όσο για την τουρκική οικονομία, τα στοιχεία για το ΑΕΠ β’ τριμήνου είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα και δείχνουν το μπάχαλο που επικρατεί. Η στατιστική υπηρεσία της Τουρκίας τοποθετεί την ανάπτυξη στο 5,2% στο β’ τρίμηνο, ωστόσο οι μηνιαίοι λογαριασμοί δείχνουν ότι οι δραματικές επιπτώσεις από την κατάρρευση της τουρκικής λίρας άρχισαν να φαίνονται σε όλη τους τη… μεγαλοπρέπεια στο τέλος του α’ εξαμήνου, άρα θα φανούν στα νούμερα του ΑΕΠ για το γ’ τρίμηνο.

Σύμφωνα με την Capital Economics, η τουρκική οικονομία εισέρχεται σε απότομη ύφεση στο γ’ τρίμηνο, με τον τεράστιο πληθωρισμό και την «βύθιση» της λίρας να εξαφανίζουν την ανάπτυξη. Παρά το γεγονός ότι στο σύνολο του έτους η τουρκική οικονομία εκτιμάται ότι θα εμφανίσει ανάπτυξη 3%, εξαιτίας των τρελών ρυθμών του α’ και β’ τριμήνου, στην πλειονότητά τους οι αναλυτές συμφωνούν ότι η Τουρκία δεν… γλιτώνει από την ύφεση. Μάλιστα, στο τελευταίο τρίμηνο του 2018 και στο πρώτο εξάμηνο του 2019 οι προβλέψεις κάνουν λόγο για συρρίκνωση του τουρκικού ΑΕΠ της τάξης του 2%-4%.

Έτσι, λοιπόν, ο Ερντογάν αναζητεί τρόπους να εξασφαλίσει τη στήριξη του κόσμου, όταν η κρίση θα φτάσει και στο τελευταίο νοικοκυριό και κάνει πομπώδεις δηλώσεις για να τονώσει το εθνικό φρόνημα των Τούρκων. Το θέμα είναι ότι ο Ερντογάν χάνει την όποια στήριξη είχε στην Κωνσταντινούπολη και στα παράλια της Μ. Ασίας και μέσα στο επόμενο εξάμηνο αναμένεται η αντίδραση των παραδοσιακών του ψηφοφόρων.

Στο μεταξύ, η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας αναμένεται να αυξήσει τα επιτόκια την Πέμπτη για να καταλαγιάσει την κρίση του νομίσματος, αλλά οι προβλέψεις για το ύψος της αύξησης διαφέρουν πολύ, καθώς η τράπεζα σταθμίζει τις ανησυχίες για την εξασθένηση της λίρας με τις ανησυχίες για την επιβράδυνση της οικονομίας.

Η λίρα έχει κατρακυλήσει 40% έναντι του δολαρίου φέτος, λόγω της αβεβαιότητας από την επιρροή του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη νομισματική πολιτική και της πιο πρόσφατης δριμείας αντιπαράθεσης της Τουρκίας με τις ΗΠΑ που αναστάτωσε τους επενδυτές.

Η κεντρική τράπεζα διέψευσε τις προσδοκίες για μία αύξηση των επιτοκίων στη συνεδρίαση του Ιουλίου, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι πιέζεται από τον Ερντογάν, ο οποίος έχει αποκαλέσει τα επιτόκια ως «μητέρα και πατέρα όλων των δεινών» και συχνά ζητεί να κρατούνται χαμηλά.

Μετά την εκτίναξη, όμως, του πληθωρισμού τον Αύγουστο στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν 16 ετών, η τράπεζα ανακοίνωσε ότι θα λάβει μέτρα κατά των «σημαντικών κινδύνων» για τη σταθερότητα των τιμών – μία σπάνια κίνηση για να ηρεμήσει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ανέφερε ότι η νομισματική πολιτική της θα προσαρμοσθεί στη συνεδρίαση της Πέμπτης.

Οι αναλυτές κατάλαβαν ότι υπονοούσε μία αύξηση του βασικού επιτοκίου της (repo rate) για δάνεια μίας εβδομάδας, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο 17,75%, χαμηλότερα δηλαδή από τον πληθωρισμό 17,9%.

Αναλυτής της Societe General προβλέπει ότι το επιτόκιο αυτό θα αυξηθεί στο 20,75% και θα καταστεί και πάλι το κύριο μέσο της νομισματικής πολιτικής, μετά από μία περίοδο κατά την οποία το πραγματικό επιτόκιο δανεισμού ήταν 19,25%. «Αν και αυτή η νομισματική σύσφιξη μπορεί να απογοητεύσει τις προσδοκίες της αγοράς και να προκαλέσει νέα εξασθένιση της τουρκικής λίρας, η απόφαση θα αντανακλούσε την προτεραιότητα που δίνουν οι τουρκικές Αρχές στις ανησυχίες για την ταχέως επιβραδυνόμενη οικονομία», πρόσθεσε ο αναλυτής.

Ο ρυθμός ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας επιβραδύνθηκε στο 5,2% στο δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν αυτή την εβδομάδα, και η οικονομία αναμένεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω στο δεύτερο εξάμηνο.

Και οι 11 οικονομολόγοι, που μετείχαν σε έρευνα του Reuters, προέβλεψαν ότι θα αυξηθεί το επιτόκιο repo για δάνεια μίας εβδομάδας. Η μέση πρόβλεψη είναι ότι το επιτόκιο θα φθάσει στο 22%, αλλά οι εκτιμήσεις για την αύξησή του κυμαίνονταν από 2,25 έως 7,25 ποσοστιαίες μονάδες.

Οικονομολόγος της Morgan Stanley τόνισε τις ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και δήλωσε ότι αναμένει πως η κεντρική τράπεζα θα αυξήσει το επιτόκιο κατά 4,25 ποσοστιαίες μονάδες στο 22%.

Ωστόσο, ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s ανέφερε την Τρίτη ότι οι περισσότερες τουρκικές εταιρείες, για τις οποίες υπάρχουν αξιολογήσεις, μπορούν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους αναχρηματοδότησης παρά τις αυξανόμενες αβεβαιότητες.

Ο βετεράνος επενδυτής στις αναδυόμενες αγορές Μαρκ Μόμπιους εξέφρασε τις αμφιβολίες του για το όφελος που θα είχε μία αύξηση των τουρκικών επιτοκίων.

«Δεν είμαι πεπεισμένος ότι η αύξηση των επιτοκίων θα καταφέρει οτιδήποτε, όλα έχουν να κάνουν με την εμπιστοσύνη», είπε, προσθέτοντας: «Εν τάξει, αύξησαν τα επιτόκια, αλλά τι θα γίνει; Ο κόσμος τότε θα πει ότι δεν έχεις εμπιστοσύνη. Δεν έχεις εμπιστοσύνη στο δικό σου νόμισμα και για αυτό μας προσφέρεις τρελά επιτόκια».