Το Συμβούλιο της Επικρατείας ξηλώνει μία-μία τις αυθαιρεσίες του φοροελεγκτικού μηχανισμού. Μετά τις αλλεπάλληλες αποφάσεις που οδήγησαν στην παραγραφή λόγω παρέλευσης 5ετίας χιλιάδων φορολογικών υποθέσεων, το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο με νέα απόφασή του που φέρνει στη δημοσιότητα το «Κεφάλαιο» μπαίνει στην ουσία της διενέργειας φορολογικών ελέγχων, ακυρώνοντας μια απόφαση που οι ελεγκτές έχουν λάβει κατά κόρον τα τελευταία χρόνια: τον χαρακτηρισμό των βιβλίων μιας επιχείρησης ως ανακριβών.

Πρόκειται για την απόφαση με αριθμό 544 του 2018, που εκδόθηκε από το δεύτερο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η απόφαση δικαίωσε επιχείρηση στην οποία είχαν επιβληθεί υπέρογκοι πρόσθετοι φόροι και πρόστιμα επειδή τα βιβλία της κρίθηκαν ανεπαρκή, λόγω ύπαρξης τεσσάρων εικονικών τιμολογίων, και τα ακαθάριστα έσοδά της υπολογίστηκαν με εξωλογιστικό τρόπο. Με αυτόν τον τρόπο, ουσιαστικά διογκώνονται τα έσοδα και τα φορολογητέα κέρδη μιας επιχείρησης και καλείται να πληρώσει πολλαπλάσιους φόρους και πρόστιμα σε σχέση με αυτά που προκύπτουν με βάση τα δηλωμένα έσοδα και τις επαγγελματικές δαπάνες.

Πιο συγκεκριμένα, εταιρεία ταχυμεταφοράς δεμάτων (κούριερ) είχε λάβει, όπως αναφέρθηκε, τέσσερα τιμολόγια για τη χρήση 2002 που αφορούσαν υλικά συσκευασίας ταχυδρομικών φακέλων και δεμάτων. Μετά τον έλεγχο και τη διαπίστωση της παράβασης επιβλήθηκαν στην εταιρεία τέσσερα πρόστιμα συνολικού ποσού 33.574,70 ευρώ για λήψη και καταχώριση στα βιβλία ισάριθμων εικονικών τιμολογίων πώλησης. Κατά της πράξης αυτής η εταιρεία άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 1992/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την αιτιολογία ότι τα παραπάνω τιμολόγια που έλαβε η αναιρεσείουσα ήταν εικονικά, γιατί οι αναφερόμενες σε αυτά συναλλαγές ήταν ανύπαρκτες.

Στη συνέχεια η φορολογική Αρχή χαρακτήρισε τα βιβλία της επιχείρησης ως ανεπαρκή λόγω της λήψης των παραπάνω εικονικών τιμολογίων. Στη συνέχεια προσδιόρισε εξωλογιστικώς τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας για τη χρήση 2002. Συγκεκριμένα, έλαβε τα ακαθάριστα έσοδα στο ποσό που προέκυπταν από τα τηρηθέντα βιβλία, δηλαδή 2.941.650,84 ευρώ, και, εφαρμόζοντας σε αυτά τον προβλεπόμενο συντελεστή καθαρού κέρδους (30%), προσδιόρισε τα καθαρά κέρδη της στο ποσό των 900.495 ευρώ. Προέκυψε στη συνέχεια διαφορά κύριου φόρου εισοδήματος ύψους 264.635 ευρώ, καθώς και πρόσθετος φόρος λόγω ανακρίβειας της σχετικής φορολογικής δήλωσης ύψους 468.404,59 ευρώ.

Κατά του ως άνω φύλλου ελέγχου η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για την απόφαση που «έπεσε» από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο λόγος που αναιρέθηκε η απόφαση του εφετείου από το ΣτΕ είναι ότι δεν έγινε επαρκής αιτιολόγηση του ότι δεν μπορούσε να γίνει λογιστικός προσδιορισμός των εσόδων της επιχείρησης πριν προσφύγει στον εξωλογιστικό προσδιορισμό. Αναφέρεται, συγκεκριμένα, ότι: «Ακόμη, αν και το δικάσαν Εφετείο όφειλε το ίδιο να ερευνήσει κατά πόσον η διαπιστωθείσα παράβαση της λήψης εικονικών τιμολογίων ως προς την αντισυμβαλλόμενη είχε ως συνέπεια την αδυναμία διενέργειας ελεγκτικών επαληθεύσεων» και στη συνέχεια του εξωλογιστικού προσδιορισμού.

Με άλλα λόγια, οι ελεγκτές δεν έπρεπε να θεωρήσουν ως επαρκή όρο την ύπαρξη εικονικών τιμολογίων για να χαρακτηρίσουν τα βιβλία της επιχείρησης ως «ανακριβή». Έπρεπε να επιχειρήσουν να κάνουν ελεγκτικές επαληθεύσεις και, εφόσον αυτές δεν ήταν εφικτές, να προχωρήσουν στον εξωλογιστικό προσδιορισμό των κερδών της με βάση την εφαρμογή συντελεστή 30% επί των ακαθάριστων εσόδων της. Πρόκειται για απόφαση που ανοίγει τον δρόμο για δικαίωση και άλλων επιχειρήσεων που βρέθηκαν στην ίδια δυσμενή θέση με τον χαρακτηρισμό των βιβλίων τους ως ανακριβών.

5ετής η παραγραφή για υποθέσεις εισοδήματος – ΦΠΑ

Το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει με πρόσφατες αποφάσεις του σβήσει πρόσθετους φόρους και πρόστιμα για υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ λόγω παρέλευσης 5ετίας. Ειδικότερα, ξεκαθαρίστηκε ότι οι διατάξεις που είχαν κατατεθεί στο τέλος της δεκαετίας του 2000, με τις οποίες είχαν δοθεί παρατάσεις στο δικαίωμα του Δημοσίου να βεβαιώσει φόρους και πρόστιμα μετά από έλεγχο, πέραν την 5ετίας από το επόμενο έτος της φορολογικής χρήσης, είναι αντισυνταγματικές. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο ξεκαθάρισε με σειρά αποφάσεων τους γενικούς και ειδικούς κανόνες που ισχύουν για τα χρονικά όρια της παραγραφής φορολογικών υποθέσεων εισοδήματος.

Αναλυτικά, ισχύουν για την παραγραφή κάθε έτους τα εξής:

– Οι υποθέσεις έως και το 2011 για τις οποίες είχε υποβληθεί εμπρόθεσμη φορολογική δήλωση έχουν παραγραφεί.

– Η χρήση 2011, όμως, παραμένει «ζωντανή» έως και το τέλος του 2018, εφόσον έχουν προκύψει συμπληρωματικά στοιχεία κατά το τελευταίο έτος της 5ετούς προθεσμίας, δηλαδή εντός του 2017.

– Η χρήση 2007 για την οποία έχει υποβληθεί εμπρόθεσμη φορολογική δήλωση παραμένει «ζωντανή» μόνο εφόσον προκύψουν συμπληρωματικά στοιχεία έως το τέλος του 2018.

– Οι χρήσεις 2008 έως και 2011 αναβιώνουν μόνο εφόσον προκύψουν συμπληρωματικά στοιχεία έως το τέλος του 2019 και 2022 αντίστοιχα.

– Οι χρήσεις 2012 και 2013 υπόκεινται σε κανόνα 20ετούς παραγραφής εφόσον έως το τέλος του 2018 και 2019, αντίστοιχα, προκύψουν στοιχεία που παραπέμπουν σε διάπραξη φοροδιαφυγής.

– Οι χρήσεις 2014 και οι επόμενες εμπίπτουν σε κανόνα 20ετούς παραγραφής, εφόσον προκύψουν στοιχεία διάπραξης φοροδιαφυγής.

– Η χρήση 2002 και οι επόμενες παραμένουν «ζωντανές» εφόσον δεν έχει υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήματος, καθώς ισχύει 15ετής κανόνας παραγραφής. Οι χρήσεις παραμένουν «ζωντανές» ακόμα και αν υπεβλήθη φορολογική δήλωση, εφόσον όμως αυτή υποβλήθηκε μετά το πέρας της 5ετούς αρχικής προθεσμίας παραγραφής. Για παράδειγμα, αν για τη χρήση 2002 υπεβλήθη φορολογική δήλωση μετά το 2008, τότε η φορολογική χρήση δεν έχει παραγραφεί και η Εφορία μπορεί κατόπιν ελέγχου να επιβάλει φόρο, πρόστιμα και προσαυξήσεις.

– Αν η φορολογική δήλωση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα αλλά έως και το τελευταίο έτος της 5ετούς προθεσμίας, τότε το χρονικό όριο της παραγραφής επεκτείνεται κατά τρία έτη και γίνεται 8ετής. Αν η εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβλήθηκε μετά την πάροδο της 5ετούς προθεσμίας παραγραφής, τότε θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί και ισχύει ο κανόνας της 15ετούς παραγραφής.

– Για τις χρήσεις από το 2014 και μετά ισχύει κανόνας 20ετούς παραγραφής, ο οποίος προβλέπεται από τον νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, που τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/2014.

ΠΗΓΗ:capital.gr