Η πολιτιστική διπλωματία του Μεγάλου Αλεξάνδρου

Η Πολιτιστική Διπλωματία, μπορεί σήμερα να θεωρείται μια σχετικά σύγχρονη μορφή εξωτερικής πολιτικής, εν τούτοις είναι τόσο παλιά όσο και οι διεθνείς σχέσεις.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μεγάλου Αλέξανδρου, του οποίου η περίλαμπρη και περιλάλητη πανελλήνια εκστρατεία, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, συνέβαλε κατά τρόπο καθοριστικό στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, στη θεμελίωση της οικουμενικότητας του ελληνικού πολιτισμού και στην εξάπλωσή του ως τα βάθη της Ινδικής χερσονήσου.

Αιχμή της εκστρατείας του Αλέξανδρου κατά των Περσών ήταν η ιδιοφυής στρατηγική του. Αιχμή δε της αιχμής ήταν ο πνευματικός του εξοπλισμός, το βαθύ συνθετικό του αίσθημα σε συνδυασμό με τον κριτικό και αναλυτικό του νου.

Η πορεία του Αλέξανδρου προς τον τότε γνωστό κόσμο ήταν πορεία προς την καθολικότητα και είχε ως συντεταγμένη την αριστοτέλεια αρχή της μεσότητας, όπου το μέσον νοείται ως η προϋπόθεση για την αναζήτηση της ανθρώπινης αρετής και αντιτάσσεται σθεναρά στη φθορά της υπερβολής και στην ένδεια της έλλειψης.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έθεσε σε πράξη, πριν από δύο χιλιετίες, όλες εκείνες τις θεωρητικές προσεγγίσεις που αναγράφονται ενδελεχώς στο βιβλίο του Αμερικανού καθηγητή Joseph Nye για την ήπια ισχύ ως μέσο επιτυχίας στην παγκόσμια πολιτική.

Ο ίδιος άσκησε μια πολιτιστική πολιτική η οποία δεν ήταν προϊόν σύμπτωσης ή πειραματισμού, αλλά συνειδητής επιλογής.

Είναι παγκοσμίως γνωστό ότι από την αρχή της εκστρατείας τον στρατό του Αλέξανδρου συνόδευαν πολυάριθμοι θεραπευτές από την Αίγυπτο, ιατροί, γεωγράφοι και αθλητές, μάντεις και διανοούμενοι, όπως ο Αρίσταρχος, ο Τερμησέας και ο Κλεομένης, ο αβδηρίτης Ανάξαρχος ή ο ολύνθιος ιστοριογράφος Καλλισθένης εξάδελφος του Αριστοτέλη, αλλά και πλείστοι άλλοι λαμπροί επιστήμονες και ξακουστοί καλλιτέχνες όπως ήταν επί παραδείγματι ο γλύπτης Λύσιππος από την Σικυώνα.

Το έργο τους ήταν να διαδώσουν τον ελληνικό πολιτισμό στον περσικό λαό και να καταστήσουν την ισχύ του Αλέξανδρου ηπιότερη.

Υπό αυτή την έννοια, ενώ οι μακεδονικές φάλαγγες άνοιγαν τον χώρο ανατρέποντας την έως τότε αδιαμφισβήτητη Περσική κυριαρχία, οι λόγιοι και οι καλλιτέχνες της εποχής άνοιγαν τον δρόμο στον ιστορικό χρόνο δημιουργώντας μια νέα εποχή, την Ελληνιστική.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, μετά τη νίκη του μακεδονικού στρατού στην αρχαία Λυδία το 330 π.Χ,

O Αλέξανδρος αντί να ενσωματώσει στο στρατό του τους ηττημένους Πέρσες στρατιώτες προτίμησε να εκπαιδεύσει σύμφωνα με την Ελληνική παιδεία τις επερχόμενες γενιές νέων ευγενών Περσών, οι οποίοι θα αποτελούσαν τους Επίγονους, δηλαδή τους διαδόχους που θα αναλάμβαναν στο μέλλον τη διοίκηση της αυτοκρατορίας.

Μια ακόμα πολιτική που εισήγαγε επιτυχώς ο Αλέξανδρος στην προσπάθειά του να διαδώσει τον ελληνικό πολιτισμό και τη λογοτεχνία στην Περσία ήταν η ίδρυση πόλεων οι οποίες λειτούργησαν ως κέντρα εμπορίου και εκμάθησης των ελληνικών γραμμάτων.

Πηγές αναφέρουν ότι ο Αλέξανδρος ίδρυσε 35 πόλεις, πολλές εκ των οποίων έφεραν το όνομά του, με γνωστότερη την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ένα από τα σπουδαιότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της αρχαιότητας.

Ο Πλούταρχος στα «περί της Αλεξάνδρου Τύχης ή Αρετής» αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «Όταν ο Αλέξανδρος εξημέρωνε την Ασία, ο Όμηρος διαβαζόταν απ΄ όλους ενώ τα παιδιά των Περσών τραγουδούσαν τραγωδίες του Ευριπίδη και του Σοφοκλή και η Βακτριανή και ο Καύκασος προσκυνούσαν τους Θεούς των Ελλήνων».

Η πολιτική αυτή του Αλέξανδρου βασίστηκε στις αρχές της Πολιτιστικής Διπλωματίας οι οποίες δεν είχαν ως στόχο την προσέλκυση του θαυμασμού μέσα από την ανάδειξη των εθνικών πολιτιστικών επιτευγμάτων, αλλά τον καθορισμό επωφελών συνεργασιών μέσω της οικοδόμησης αμοιβαίας εμπιστοσύνης.

Η ανάδειξη των αξιών του πολιτισμού προωθεί τη συνεργασία παρά τις όποιες πολιτικές διαφορές και δημιουργεί σχέσεις συναισθηματικής εγγύτητας με αλλοεθνείς λαούς, οι οποίες υφίστανται πέρα από τις αλλαγές των κυβερνήσεων.

Ακριβώς αυτό το θεμέλιο εμπιστοσύνης έψαχνε να οικοδομήσει ο Αλέξανδρος στις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών, γεγονός που δεν βρήκε ποτέ σύμφωνο το δάσκαλό του Αριστοτέλη.

Ως εκ τούτου, μετά το θάνατο του Δαρείου, ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε στην περσική πόλη της Υρκανίας με στολή Πέρση αριστοκράτη επιδιώκοντας ευθύς εξαρχής να μην αντιμετωπιστεί από τον περσικό λαό ως κατακτητής, αλλά ως Βασιλιάς.

Η υιοθέτηση της περσικής ενδυμασίας, ακόμα και από τους πιστούς του αξιωματικούς και στρατιώτες, παρά τους όποιους δισταγμούς, αποδεικνύει ότι ο Αλέξανδρος κατανοούσε την ιδιάζουσα σημασία που έφεραν τα σύμβολα στη ψυχή ενός λαού· πολλώ μάλλον δε στην ψυχή ενός Ανατολικού λαού.

Υπό αυτή την έννοια ο Αλέξανδρος μπορεί μεν με τα όπλα να υπέταξε τα σώματα των Περσών αλλά δια του πολιτισμού κατέκτησε για πάντα τις καρδιές του. Δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι μετά το τέλος της μάχης στον Γρανικό ποταμό το 334 π.Χ., ο Αλέξανδρος αντί να καθυποτάξει τους Λύδους και τους κατοίκους των Σάρδεων, τους επέτρεψε να διατηρήσουν την πλήρη ελευθερία τους, καθώς και τα ήθη και τα έθιμα τους.

Ένα ακόμα λαμπρό παράδειγμα που στην αγγλική βιβλιογραφία είναι γνωστό ως fusion policy, ήταν η πολιτική των γάμων μεταξύ των Μακεδόνων και των Περσών ευγενών, όπως επί παραδείγματι συνέβη μεταξύ του Ηφαιστίωνα και της κόρης του Δαρείου, Δρύπετη.

Αν κάτι λοιπόν ξεχωρίζει τον Αλέξανδρο από τους υπόλοιπους κατακτητές είναι ακριβώς αυτή η βαθιά του αντίληψη για τη σημασία που έχει ο πολιτισμός στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής. Η εγκράτεια και η αυτοκυριαρχία, που χαρακτήριζαν τον Αλέξανδρο, πλην ορισμένων περιπτώσεων οξυθυμίας και παρόρμησης, ήταν οι αρετές που τον καθιστούσαν ιδιαίτερα προσφιλή και τον ξεχώριζαν στα μάτια των κατακτημένων λαών.

Το γεγονός αυτό τεκμαίρεται αφενός από την πρωτοφανή για την εποχή εκείνη συμπόνια και επιείκεια που επέδειξε είτε προς την οικογένεια του Δαρείου μετά τη μάχη της Ισσού, είτε προς τον Βασιλιά Πώρο μετά τη μάχη στον ποταμό Υδάσπη και αφετέρου από τους εξυμνητικούς στίχους μεγάλων Περσών ποιητών του 10ου και του 13ου αιώνα, όπως ο Νιζάμι στο δίτομο έργο του Εσκανταρναμέ

(το βιβλίο του Αλεξάνδρου) και ο Φιρντούσι στο Σαχνάμα (το βιβλίο των Βασιλέων) όπου ο Αλέξανδρος ούτε λίγο ούτε πολύ περιγράφεται ως εθνικός ήρωας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον μεγάλο Πέρση ποιητή του μεσαίωνα, Σααδή Σιραζί ο οποίος αναφέρει στο ποίημά του:

«Είχαν ποτέ ρωτήσει τον Βασιληάν Αλέξανδρον τον Έλληνα καμπόσοι:
Πώς τόσες χώραις μπόρεσε μονάχος να σκλαβώση σ’ Ανατολή και Δύσι,
μια που δεν είχε τόσο βιός, και γη και ζωή κι ανθρώπους
όσο οι ρηγάδες οι παληοί με τόσο βιός και τόπους;

Κι εκείνος αποκρίθηκε:

Με τη βοήθεια του Θεού, ποτέ μου δεν επίκρανα
λαό που σκλάβος έγινε κι ούτε ποτέ μου εμίκρανα
του βασιληά τους τ’ όνομα, τάχα γιατί ενικήθηκε.
Μεγάλος δεν θα λογιασθή κανένας απ’ τους άλλους,
με καταφρόνια αν φέρνεται κι ο ίδιος στους Μεγάλους·»

Η ανδρεία, αλλά και τα υψηλά και ευγενή ιδανικά που ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ενέπνευσαν και τον Έλληνα διαφωτιστή Ρήγα Βελεστινλή, ο οποίος χρησιμοποίησε την εικόνα του Έλληνα κοσμοκράτορα ως σύμβολο αντίστασης και αναζωπύρωσης της περηφάνιας του ελληνικού λαού ενάντια στην τυραννία του οθωμανικού ζυγού.
Ως εκ τούτου, ο Έλληνας λόγιος και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης τύπωσε στη Βιέννη, το 1797, την προσωπογραφία του Αλέξανδρου, πλαισιωμένη από πολεμικές σκηνές και προσωπογραφίες των στρατηγών του, σε χαλκογραφία που χάραξε ο Francois Müller.

Στο έργο του «Ύμνος πατριωτικός», ο Ρήγας Βελεστινλής, στη στροφή 33, αναφέρεται στον Μέγα Αλέξανδρο λέγοντας τα εξής:

«Αλέξανδρε, τώρα να βγής
από τον τάφον, και να ιδής
των Μακεδόνων πάλιν
ανδρείαν την μεγάλην,
πώς τους εχθρούς νικούνε,
με χαρά στη φωτιά!».

Στη φωτογραφία απεικονίζεται ο Μ. Αλέξανδρος με την οικογένεια του Δαρείου μετά τη μάχη στα Γαυγάμηλα.

Η μάχη αυτή, γνωστή και ως μάχη στα Άρβηλα, έλαβε χώρα το 331 π.Χ. ανάμεσα στον Μ. Αλέξανδρο και τον Δαρείο τον Γ΄ της Περσίας.

Το αποτέλεσμα ήταν μια αποφασιστική νίκη για τους Έλληνες που οδήγησε στην πτώση της Περσικής αυτοκρατορίας

Γράφει ο Πέτρος Καψάσκης

Υπ. Διδάκτωρ Πολιτιστικής Διπλωματίας και Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

από το neaproini.us

Πηγή