Με άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών , ο πρώην υπουργός Οικονομικών, τοποθετείται αναλυτικά για το θέμα της ονομασίας της ΠΓΔΜ, υπογραμμίζοντας πως «το σύνθημα του 1991, Η Μακεδονία ήταν και θα είναι ελληνική, είναι ανακριβές». Παράλληλα, ο Γιάνης Βαρουφάκης τονίζει πως «Το να μην μπορεί κανένας νομός, πόλη ή κράτος στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας να χρησιμοποιεί τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά της είναι αστείο και απορριπτέο».

Ολόκληρο το άρθρο του Γιάνη Βαρουφάκη:

Αρχές του 2018 δεν δικαιούμαστε να επιτρέψουμε στον απόηχο του εικοσιπενταετούς σίριαλ του «Μακεδονικού» να στοιχειώσει τη νέα χρονιά. Ενα τέταρτο αιώνα έχει περάσει από 1991. Ενα τέταρτο αιώνα κατά τη διάρκεια του οποίου η Ελλάδα πέρασε από το ψεύδος της ευημερίας στο όνειδος της αυτοτροφοδοτούμενης λιτότητας, το οποίο έφερε την ουσιαστική απώλεια εθνικής κυριαρχίας.

Η χώρα μας σήμερα βρίσκεται γονατισμένη, σε κατάσταση μόνιμης κρίσης, υπό τα δεσμά μιας χρεοδουλοπαροικίας που μονιμοποιείται την ώρα που τρόικα και κυβέρνηση προσποιούνται ότι ήγγικεν το τέλος της. Τη στιγμή αυτή, τώρα που η πατρίδα ερημοποιείται –με τους νέους να μεταναστεύουν καθημερινά και τις επιχειρήσεις είτε να κλείνουν είτε να αποχωρούν–, οι υπερπατριωτικές κορόνες για την ονομασία της γειτονικής χώρας αποτελούν το άκρον άωτον της υποκρισίας.

Το 2018 ο αυθεντικός πατριωτισμός απαιτεί από εμάς να μην αποπροσανατολιστούμε από το μέγα ζητούμενο της εποχής μας: την απελευθέρωση της χώρας από τους δανειστές και την ιδιόμορφη αποικία χρέους στην όποια έχουν καταδικάσει (σε αγαστή συνεργασία με την εγχώρια ολιγαρχία) τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων.

Για να αποτραπεί αυτός ο αποπροσανατολισμός και να επανακτήσουμε την εθνική και λαϊκή κυριαρχία, που έχουμε τόσο τραγικά απολέσει, απαιτείται λογική, αρετή αλλά και τόλμη. 

Πρώτα απ’ όλα απαιτείται ψύχραιμη αποτίμηση δύο ξεκάθαρων δεδομένων:

1. Η αρχαία Μακεδονία, προφανώς, ήταν απολύτως και αποκλειστικά ελληνική – όσο ελληνικές ήταν κι η Σπάρτη, η Θήβα, η Αθήνα, η Εφεσος.

2. Η γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας δεν είναι σήμερα ελληνική, αλλά μοιράζεται μεταξύ τουλάχιστον τριών κρατών (ένα εκ των οποίων η Ελλάδα).

Συνεπώς, ενώ το σύνθημα «Η αρχαία Μακεδονία ήταν ελληνική» είναι απολύτως ορθόν, το σύνθημα του 1991 «Η Μακεδονία ήταν και θα είναι ελληνική» είναι ανακριβές, εκτός κι αν εννοούμε ότι εθνικός μας στόχος είναι η βίαιη προσάρτηση περιοχών της Βαλκανικής που σήμερα ανήκουν σε άλλες χώρες – ένας παρανοϊκός και επικίνδυνος στόχος που κανείς σώφρων πατριώτης δεν ενστερνίζεται.

Περνάμε τώρα στο δεύτερο ζήτημα: Ποιος δικαιούται να παρουσιάζεται ως Μακεδόνας και ποιος όχι; Εδώ υπάρχουν δύο απόψεις.

Μία άποψη είναι ότι μόνον οι Ελληνες έχουμε το δικαίωμα να αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Μακεδόνες, εφόσον βέβαια μεγαλώσαμε ή ζούμε στην περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας – καθώς ένας Κρητικός που ζει στην Κρήτη ούτε θέλει, φαντάζομαι, ούτε έχει νόημα να αποκαλείται Μακεδόνας. Από την άλλη, γνωρίζω Κρητικούς που μετά μερικά χρόνια στη Μακεδονία θεωρούν τους εαυτούς τους, εύλογα, (και) Μακεδόνες.

Το ερώτημα όμως τίθεται: Ενας μη Ελληνας που ζει χρόνια πολλά στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας δεν μπορεί να αισθάνεται, να αυτοπροσδιορίζεται Μακεδόνας; Γνωρίζω, π.χ., ζευγάρι Αγγλων που ζουν στη Βόρεια Ελλάδα από το 1975, όπου μεγάλωσαν τρία παιδιά τα οποία (εύλογα) νιώθουν Ελληνες, Αγγλοι και Μακεδόνες. Θα αρνηθεί κανείς το δικαίωμα σε αυτά τα παιδιά να αυτοπροσδιορίζονται Μακεδόνες; Σε ποια βάση; Οτι μόνον οι Ελληνες έχουν το δικαίωμα να απονέμουν τον τίτλο του (επίτιμου;) Μακεδόνα σε όποιον ζει ή μεγάλωσε στην περιοχή της Αρχαίας Μακεδονίας;

Ετσι προκύπτει η δεύτερη άποψη: Το δικαίωμα (όχι βέβαια την υποχρέωση) στον αυτοπροσδιορισμό «Μακεδόνας» το έχουν όσοι ζουν ή μεγάλωσαν στην περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας. Οπερ μεθερμηνευόμενον, και οι κάτοικοι των Σκοπίων, του Τετόβου, χωριών και πόλεων της Βουλγαρίας που εμπίπτουν στην περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας.

Ερχόμαστε έτσι στο τρίτο ζήτημα: Ποια περιοχή, νομός ή κράτος έχει το δικαίωμα στη λέξη (ή παράγωγα της λέξης) «Μακεδονία»; Αν οι κάτοικοι μιας τοπικής κοινωνίας αισθάνονται Μακεδόνες, το να τους στερήσει κανείς το δικαίωμα της χρήσης παράγωγου της λέξης «Μακεδονία» ή «Μακεδονικού» στο τοπωνύμιό τους έχει βάση μόνον αν είτε

(α) κανένας νομός, πόλη, περιφέρεια ή κράτος δεν έχει το δικαίωμα στη λέξη αυτή είτε

(β) το μονοπώλιο της εν λόγω λέξης ανήκει σε άτομα ή κρατικούς θεσμούς με ελληνική ιθαγένεια.

Το να μην μπορεί κανένας νομός, πόλη ή κράτος στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας να χρησιμοποιεί τη λέξη Μακεδονία ή παράγωγά της είναι αστείο και απορριπτέο (κατ’ αρχάς από τους Ελληνες Μακεδόνες). Το να απαιτείται ελληνική άδεια για τη χρήση του όρου Μακεδονία σε πόλεις και κρατικές οντότητες στη γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας όπου ζουν μη Ελληνες που όμως νιώθουν Μακεδόνες συγκρούεται με τη λογική και υπερβαίνει τα όρια του ρατσισμού.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέταρτο και φλέγον ζήτημα: Δικαιούται κράτος επί της γεωγραφικής περιοχής της αρχαίας Μακεδονίας να αποκαλείται «Δημοκρατία της Μακεδονίας»; Η ένσταση σε μια τέτοια ονομασία όσων συμφωνούν με τα πιο πάνω επικεντρώνεται στο εξής σημείο: Αλλο το να δικαιούσαι να νιώθεις Μακεδόνας (ανεξαρτήτως εθνότητας, γλώσσας κ.λπ.) λόγω της σχέσης σου με τη γεωγραφική περιοχή της αρχαίας Μακεδονίας ή να ταυτίζεις τον τόπο σου με τη Μακεδονία, και άλλο να προσπαθείς να μονοπωλήσεις τον όρο Μακεδονία, αφήνοντας υπονοούμενα αλυτρωτισμού και καλλιεργώντας τον επεκτατισμό τής εν λόγω Δημοκρατίας εναντίον, π.χ., της ελληνικής Μακεδονίας.

Το συμπέρασμα είναι απλό: Ονομασία που κάνει χρήση της λέξης «Μακεδονία» ή παραγώγων της, είναι θεμιτή εφόσον δεν τη μονοπωλεί ο χρήστης της παραπέμποντας σε αλυτρωτισμό-επεκτατισμό. Τρόποι για να δηλωθεί ευθαρσώς (και με ισχύ στο Διεθνές Δίκαιο) η μη μονοπώληση και να εξορκιστεί ο αλυτρωτισμός-επεκτατισμός υπάρχουν πολλοί – εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση Σκοπίων και Αθηνών.

Επί προσωπικού

Γνωρίζοντας ότι θα στενοχωρήσω φίλους και θα χαροποιήσω αντιπάλους, νιώθω την ανάγκη να προχωρήσω πέραν της πιο πάνω ανάλυσης, αναφερόμενος στην προσωπική μου αντιμετώπιση του νεότερου «Μακεδονικού» ζητήματος.

Από το 1991 θεωρούσα ότι μπαίναμε σε περιπέτεια άνευ ουσιαστικού λόγου, εμφανίζοντας παγκοσμίως μια εικόνα που δεν μας τιμά. Τα καμώματα των «Σκοπιανών» (με τους Μεγάλους Αλεξάνδρους και τον χυδαίο αλυτρωτισμό τους) τα έβλεπα –και τα βλέπω– όπως έβλεπα, μικρό παιδί, τα άρματα και τους κίονες των συνταγματαρχών στο Καλλιμάρμαρο: με αποστροφή και ειρωνεία. Το ίδιο ακριβώς όμως ένιωθα βλέποντας τα δικά μας καμώματα και τις υστερίες.

Ευχόμουν να είμαστε, ως λαός, υπεράνω –να έχουμε το σθένος και την αρετή να αντιδράσουμε στους εθνικιστές της γείτονος με χιούμορ–, να λέμε: «Αν θέλετε να ονομάζεστε Κλίγκον (σ.σ.:οι εχθροί του Κάπτεν Κερκ στο… Σταρ Τρεκ), δεν έχουμε αντίρρηση. Αν θέλετε να δανειστείτε τον όρο “Δημοκρατία των Αθηνών ή της Σπάρτης” ή ό,τι άλλο, κοπιάστε».

Ευχόμουν ακόμα να μπορέσουμε να διακρίνουμε τη σημασία της αποφυγής ενός εμφύλιου πολέμου στα σύνορά μας μεταξύ Αλβανών και Σλάβων – ένας εμφύλιος που (αντίθετα με τη Βοσνία και το Κόσοβο) απεφεύχθη (τουλάχιστον έως σήμερα) σε μεγάλο βαθμό επειδή Σλάβοι και Αλβανοί βρήκαν μια δανεική ταυτότητα (τη «Μακεδονική») για να τους ενώνει.

Ευχόμουν να επικεντρωθούμε όχι στο όνομα αλλά στην αποφασιστικότητα με την οποία θα υπογραφούν συνθήκες και πρωτόκολλα που θα αποτρέπουν τον αλυτρωτισμό-επεκτατισμό.

Αυτές οι «ευχές» δεν ευοδώθηκαν. Ως αποτέλεσμα, χάσαμε ένα τέταρτο του αιώνα ενώ η «Δημοκρατία της Μακεδονίας» αναγνωριζόταν από την πλειονότητα των χωρών του πλανήτη και οι εθνικιστές (και από τις δύο πλευρές των συνόρων) ωφελούνταν από την αποξένωση/εχθρότητα μεταξύ ενός φτωχού σλαβο-αλβανικού λαού και του (υπό διαδικασία πτωχοποίησης) ελληνικού λαού.

Για τους Ινδιάνους…

Θα κλείσω με μήνυμα που έλαβα πρόσφατα από τον Τάκη Μίχα από τη Λατινική Αμερική – το οποίο συμπληρώνει πλήρως τα συναισθήματά μου:

Και, τώρα που ξαναρχίζει με αφορμή το Μακεδονικό η εθνικιστική υστερία, θυμάμαι με νοσταλγία τις εθνικές γιορτές στην Κουένκα των Ανδεων όπου ζούσα. Οι μαθητές, οι στρατιώτες και οι πολίτες παρήλαυναν χορεύοντας τοπικούς χορούς μπροστά από τους επίσημους, μεταξύ των οποίων την πιο περίοπτη θέση δεν είχε ούτε ο βουλευτής ούτε ο νομάρχης ούτε ο μητροπολίτης, αλλά η Βασίλισσα των Καλλιστείων της πόλης!

Ούτε άκουσα ιερωμένο της Καθολικής Εκκλησίας να προωθεί την αντίληψη μιας “εθνικής θρησκείας”. Και στις ομιλίες των επισήμων ποτέ δεν άκουσα κηρύγματα μίσους ή αλυτρωτισμού εναντίον “προαιώνιων” εχθρών, παρ’ όλο που φυσικά μπροστά στην Ισπανική κατοχή η Οθωμανική ήταν υπόδειγμα πολιτισμού. Και η ημέρα της εθνικής εορτής ήταν μια τεράστια φιέστα με κονσέρτα κλασικής και μοντέρνας μουσικής, εκθέσεις ζωγραφικής, επιδείξεις γαστρονομίας, χορούς στους δρόμους κ.λπ. με φυσικά έντονη την παρουσία των διάφορων φυλών Ινδιάνων τις οποίες η κυβέρνηση της χώρας αναγνωρίζει ως εθνότητες

efsyn.gr