Ο Τσίπρας και η αριστερή κυβέρνησή του ήταν οι μόνοι πρόθυμοι στη Μεταπολεμική και Μεταπολιτευτική Ελλάδα να ξεπουλήσουν τη Μακεδονία στους Σλάβους. Τα πρακτικά του Υπουργείου Εξωτερικών και οι κυβερνητικές συνομιλίες της εποχής ρίχνουν φως στο Σκοπιανό και αποκαλύπτουν την προδοσία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι εκάστοτε ηγέτες και κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της Χούντας, διατηρούσαν μια σκληρή εθνική γραμμή απέναντι στους Σλάβους. Βέτο, εμπάργκο και ξεκάθαρες δηλώσεις πρωταγωνιστούν στις συνομιλίες. Είναι λυπηρό το ότι η αριστερή κυβέρνηση θυσίασε όλα αυτά στο όνομα μιας αποτυχημένης Ευρώπης και ενός υπό κατάρρευση ΝΑΤΟ.

Καθώς πλησιάζει η ημερομηνία για την κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, προσλαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον μία θλιβερή πολιτική διαπίστωση.

Ότι όχι απλώς στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, αλλά ούτε στα χρόνια της Μεταπολεμικής Ελλάδας βρέθηκε κυβέρνηση πρόθυμη, όπως η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς να δεχθεί συμβιβασμό με τα Σκόπια στο εθνικά ευαίσθητο θέμα του Μακεδονικού και μάλιστα με όρους που να ικανοποιούν το γειτονικό κράτος.

Αυτό προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά του υπουργείου των Εξωτερικών για τις κατά καιρούς διακυβερνητικές συνομιλίες που διεξήγοντο.

Στις 8.9.1971 στη συνάντηση των Ξανθοπούλου-Παλαμά – Tepavac στο Βελιγράδι είχε τεθεί από τον γιουγκοσλάβο υπουργό των Εξωτερικών το Μακεδονικό κάνοντας μάλιστα την παρατήρηση ότι τα όσα έλεγε αποτελούσαν και άποψη της… μακεδονικής κυβερνήσεως, όπως αναφέρει ο Νίκος Σίμος στο The President.

Ο Ξανθόπουλος – Παλαμάς απάντησε ως εξής στις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις: «…Κατά την προηγουμένη σας παρέμβαση εκάματε μνεία της αρχής της μη επεμβάσεως στις σχέσεις μεταξύ των Χωρών μας. Παρά την σχετική γιουγκοσλαβική καλή θέληση, δεν βλέπω πώς ο σεβασμός της ως άνω αρχής συμβιβάζεται με αμφισβητήσεις εκ μέρους της Γιουγκοσλαβίας του εθνικού αισθήματος μέρους του ελληνικού πληθυσμού».

«Αυτό θα σήμαινε πόλεμο. Μετά την αποδοχή από την κυβέρνηση Τσίπρα των όρων της Συμφωνίας των Πρεσπών που αναγνωρίζει μακεδονική ονομασία, εθνότητα και γλώσσα έχει τεράστιο, όσο και επίκαιρο, ενδιαφέρον το περιεχόμενο επισήμων συνομιλιών, τα τελευταία 50 και πλέον χρόνια, για το «Μακεδονικό», όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα πρακτικά των συνομιλιών αυτών.

Πρόκειται για κείμενα από τις κυριότερες επίσημες συνομιλίες μεταξύ Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων Πρωθυπουργών και Υπουργών Εξωτερικών, κατά τις οποίες συζητήθηκε το συγκεκριμένο ζήτημα. Τα κείμενα αυτά παρουσιάζουν κυρίως την επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήθηκε, κατά καιρούς, από την ελληνική πλευρά.

Τον Ιούλιο του 1960 στις συνομιλίες των υπουργών Εξωτερικών Αβέρωφ και Πόποβιτς ο Έλληνας υπουργός απάντησε ως εξής όταν του ετέθη θέμα μακεδονικής μειονότητας στην χώρα μας:

«Έγγραφον της Δημοκρατίας των Σκοπίων, προκειμένου περί Γιουγκοσλαύων καταγομένων εξ Ελλάδος, αντί να τους μνημονεύει, ως πάντοτε συνέβαινε άλλοτε, ως καταγομένους είτε εξ Ελλάδος είτε εκ της Ελληνικής Μακεδονίας, τους εμνημόνευεν ως καταγομένους εκ της Μακεδονίας του Αιγαίου! Τι εννοούν τα Σκόπια με αυτό; ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν πρέπει να υπάρχει Ελληνική Μακεδονία; Αυτό θα εσήμαινε πόλεμον…”.

Σε άλλη συνάντηση Αβέρωφ και Πόποβιτς τον Δεκέμβριο του 1962 υπογράφηκε κείμενο με το οποίο οι δύο πλευρές «συμφωνούν ότι είναι προς το συμφέρον της επιθυμητής αναπτύξεως των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών σ’ όλους τους τομείς, ν’ αποφεύγουν ως προς το θέμα αυτό κάθε ενέργεια και εκδήλωση που θα μπορούσε και πάλι να διαταράξει τις σχέσεις τους».

Τον Φεβρουάριο του 1965 ο τότε πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου συναντιέται με τον γιουγκοσλάβο ομόλογό του Π. Στάμπολιτς. Ο Παπανδρέου είχε πει στον γιουγκοσλάβο ομόλογό του:

«…Δια το “Μακεδονικόν έκαστος έχει και διατηρεί τας αντιλήψεις του. Αλλ’ ακριβώς, επειδή το γεγονός τούτο είναι δεδομένον, πρέπει ν’ αποφεύγωμεν την ανακίνησιν ζητημάτων που φέρουν εις φως την διαφωνίαν μας. Είμεθα ώριμοι πολιτικοί άνδρες και γνωρίζομεν ότι πρέπει να αποφεύγωμεν εκείνα τα θέματα που δηλητηριάζουν τας σχέσεις μας, αφού είναι γνωστή η επ’ αυτών ευαισθησία των λαών μας».

Τον Οκτώβριο του 1966 ο τότε πρωθυπουργός Στέφανος Στεφανόπουλος (μετά την αποστασία) σε συνάντησή του με τον Στάμπολιτς είχε συζητηθεί το θέμα. Σε τηλεγράφημα του τότε υπουργού Εξωτερικών Τούμπα για το περιεχόμενο των συνομιλιών αναφέρεται:

“… Ο κ. Πρόεδρος Κυβερνήσεως και εγώ διετυπώσαμεν μετ’ ειλικρινείας τις παρρησίας αιτιάσεις της Ελλάδος έναντι της ακολουθουμένης υπό της Γιουγκοσλαβίας τακτικής στο θέμα του ‘Μακεδονικού’.

Η Γιουγκοσλαβική πλευρά μας διαβεβαίωσε ότι η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση δεν τρέφει εδαφικές βλέψεις, ενέμεινεν όμως επέμεινε επί της γνωστής γιουγκοσλαβικής απόψεως περί υπάρξεως ‘Μακεδονικής μειονότητος’ εν Ελλάδι, προσθέτοντας ότι η διαφορά αύτη δεν πρέπει να επηρεάζει την συνεργασία των δύο Χωρών σε λοιπούς τομείς”.

Οι γλωσσικές «ποικιλίες» δεν δημιουργούν μειονότητα

Τον Μάιο του 1967 σε συνάντηση του Ξανθόπουλου-Παλαμά με τον γιουγκοσλάβο ομόλογό του του επισημαίνει τα εξής:

«…Είπατε ότι η Γιουγκοσλαβία είναι εν Κράτος πολυεθνές. Αλλά θα ενθυμείσθε, ως σας εξήγησα ότι η Ελλάδα τυγχάνει ένα Κράτος τελείως ομοιογενές από πληθυσμιακής πλευράς. Γλωσσικά ιδιώματα υπάρχουν και εις την Ελλάδα, αλλά ουδόλως συνιστούν μειονότητας. Τέτοιες γλωσσικές ποικιλίες ανευρίσκονται παντού στον κόσμο. Ουδαμού όμως ήρκεσαν γιά να δημιουργήσουν μία μειονότητα. Επί του θέματος αυτού οφείλω να σας είπω ότι έχομεν μίαν ουσιαστικήν και βασικήν διαφοράν. Εξαρτάται από σας και δεν εύχομαι όπως η διαφορά αύτη αποτελέση αποφασιστικόν εμπόδιον εις τας σχέσεις των δύο χωρών…».

«Ενοχλούμεθα από τις θεωρίες των Σκοπίων…»

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην χώρα μας πραγματοποιείται συνάντηση του τότε υπουργού Εξωτερικών Δ.Μπίτσιου με τον γιουγκοσλάβο ομόλογό του Νίμιτς, τον Δεκέμβριο του 1974. Θέμα «μακεδονικού» θέτει ο Νϊμιτς και ο Μπίτσιος του απαντά:

«Εμείς ουδέποτε διενοήθημεν να σας θίξωμεν το θέμα της εσωτερικής δομής του γιουγκοσλαβικού κράτους. Δεν μπορώ να πω το αυτό γι’ ορισμένους κύκλους των Σκοπίων. Έθιξαν στο παρελθόν πολύ ευαίσθητες εθνικές χορδές και τούτο, για μία χώρα εκτεθειμένη σε τόσους κινδύνους, δεν εξαλείφεται παρά μόνο από τον χρόνον».

Μερικούς μήνες μετά πραγματοποιεί ο Κωνστναντίνος Καραμανλής, ως πρωθυπουργός επίσημη επίσκεψη στο Βελιγράδι. Επαναλαμβάνονται οι συνομιλίες Μπίτσιου –Νίμιτς και ο Έλληνας υπουργός του λέει:

«..Εμείς ενοχλούμεθα από τις θεωρίας των Σκοπίων, οι οποίες δηλητηριάζουν τις σχέσεις μας και τις οποίας γνωρίζομεν ότι δεν συμμερίζονται αντες όλοι
οι γιουγκοσλάβοι…».

Συνομιλίες Καραμανλή-Τίτο

Ιστορικής σημασίας είναι η συνομιλία κ.κ. Καραμανλή-Τίτο (Αθήνα, 12.5.19766).

Σύμφωνα με τις σημειώσεις του Υπουργού Εξωτερικών Μπιτσίου ο Καραμανλής είχε πει στον Τίτο ότι η Μακεδονία υφίσταται ως γεωγραφική έννοια, το δε μεγαλύτερον μέρος της ανήκει εις την Ελλάδα. Μακεδονική εθνότης δεν υπάρχει και συνεπώς δεν υπάρχει και μακεδονική μειονότης εις την χώραν μας.

Επίσης κατά τις ιδιαίτερες συνομιλίες στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου του 1977, του Προέδρου Τίτο και του Πρωθυπουργού Καραμανλή, ο πρώτος έθιξε θέμα «Μακεδονικής Μειονότητος εις την Ελλάδα».

Ο Καραμανλής απέκρουσε κάθε συζήτησιν, τονίσας πόσον μεγάλη είναι η ευαισθησία των Ελλήνων επάνω εις το θέμα αυτό.

«Δεν λησμονούμε, είπε, ότι το 1940 η Γιουγκοσλαβία προσεχώρησε εις τον Άξονα με αντάλλαγμα τη Θεσσαλονίκη. Το δε 1944 υπήρξε συμφωνία με τους Έλληνας κομμουνιστάς διά την αυτονόμησιν της Μακεδονίας».

Εμπάργκο από τον Ανδρέα

Παρόμοιες αρνητικές στο θέμα που ήγειρε συνεχώς η γιουγκοσλαβική πλευρά ήσαν οι ελληνικές θέσεις σε μετέπειτα συναντήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί.

Επί Ανδρέα Παπανδρέου μάλιστα είχε επιβληθεί εμπάργκο στα Σκόπια και είχε αναγνωρίσει, δια της Ενδιάμεσης Συμφωνίας την χώρα ως FYROM για να την υποχρεώσει να συζητήσει με την Ελλάδα όλα τα ουσιώδη ζητήματα και μετά να φθάσει στο θέμα του ονόματος.

Ως γνωστόν είχε προηγηθεί το 1992 η περίφημη σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό τον Κ.Καραμανλή μετά την οποία ο Π.Μολυβιάτης έκανε δήλωση στην οποίαν αναφέρονταν και τα εξής:

«Σχετικά με το θέμα των Σκοπίων,η πολιτική ηγεσία της χώρας, με εξαίρεση το ΚΚΕ, συμφώνησε ότι η Ελλάδα θα αναγνωρίσειανεξάρτητο κράτος των Σκοπίων μόνον αν τηρηθούν και οι τρεις όροι που έθεσε η ΕΟΚ, στις 16 Δεκεμβρίου 1991,με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι στο όνομα του κράτους αυτού δεν θα υπάρχει η λέξη “Μακεδονία”».

Το Βέτο στο Βουκουρέστι

Το 2008 στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής αρνήθηκε να αποδεχθεί την ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ από τη στιγμή που δεν έχει εξευρεθεί αμοιβαία αποδεκτή λύση και ότι οποιαδήποτε λύση που να είναι μόνιμη και όχι προσωρινή.

Επειδή αργότερα πολλοί (κυρίως από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ) αμφισβήτησαν το δικαίωμα αρνησικυρίας του τότε πρωθυπουργού υπάρχουν οι σχετικές δηλώσεις για την άρνηση της Ελλάδας, του εκπροσώπου του ΝΑΤΟ,του γενικού γραμματέα του Οργανισμού,του Γάλλου Προέδρου Σαρκοζί αλλά και του τότευπουργού Εξωτερικών της FYROM Μιλόσοσκι ότι «παρ´όλο που η Μακεδονία εκπλήρωσε όλα τα απαραίτητα κριτήρια για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, η υποψηφιότητά της μπλοκαρίστηκε από την Ελλάδα…».

Ζητούσαν συνομιλητή εκτός… Σαμαρά

Οι διαχρονικά σκληρές θέσεις επί του θέματος του Αντώνη Σαμαρά είναι γνωστές. Τις έχει υποστηρίξει κατά καιρούς και με σειρά άρθρων του. Την ίδια στάση κράτησε και όταν ανέλαβε πρωθυπουργός.

Μάλιστα υπάρχει και σχετικό παρασκήνιο το οποίο αποκάλυψε η πρώην υπουργός και βουλευτής Σοφία Βούλτεψη για το συγκεκριμένο θέμα, κατά την συζήτηση του προϋπολογισμού.

Κατέθεσε τηλεγραφήματα του γραφείου σύνδεσης της Ελλάδας στα Σκόπια. Σύμφωνα με τα τηλεγραφήματα αυτά, είχε γίνει η συνάντηση του Ντουμπρόβνικ με επίσημη προσκεκλημένη την κ. Μέρκελ. Εκεί η κ. Μέρκελ είχε πει ότι το ανεπίλυτο πρόβλημα της ονομασίας και της ταυτότητας της Μακεδονίας συνιστά βάρος για όλους.

Δηλαδή, πρόσθεσε η βουλευτής από τον Ιούλιο του 2014 η κ. Μέρκελ μιλούσε για ταυτότητα, ζήτημα το οποίο ήταν για εμάς, από πάντα και από όλες τις κυβερνήσεις, πρωτοφανές.

Ο Ιβανόφ είχε δηλώσει ότι εξέθεσε την κατάστασή τους στην κ. Μέρκελ και ότι τους είπαν ότι στην άλλη πλευρά, δηλαδή στον Σαμαρά, δεν έχουν εταίρο για να συνομιλήσουν και να βρεθεί μια λύση.