Ουδέποτε στη Μεταπολίτευση ένα κόμμα, και μάλιστα αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν προηγούνταν επί τρία χρόνια στις δημοσκοπήσεις. Και ουδέποτε η κυβέρνηση για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα δεν κατέγραφε τόσο χαμηλά ποσοστά σε σχέση με το άλλο κόμμα εξουσίας.

To κυβερνών κόμμα και ο πρωθυπουργός, βρίσκουν μπροστά τους τις τραγωδίες και τις προδοσίες που συντάραξαν και αποσταθεροποίησαν τη χώρας μας. Μετρώντας τους νεκρούς στο Μάτι και την αδιάφορη και χλιαρή προσέγγιση της κυβέρνησης, καθώς και τη Συμφωνία των Πρεσπών που επέβαλαν και προσπαθούν να την περάσουν και στα ελληνοτουρκικά, είναι αναμενόμενο η κυβέρνηση να κατρρεύσει, καθώς χάνει σιγά σιγά και τους λίγους υποστηρικτές που έμειναν.

Αν δει κανείς όλες τις δημοσκοπήσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια θα διαπιστώσει δύο βασικά στοιχεία:

Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καταφέρει ούτε μια στιγμή να γυρίσει το κλίμα, να αντιστρέψει τους όρους του παιχνιδιού. Ακόμη κι όταν το πεδίο ήταν προνομιακό για τον ίδιο και κακό για τη ΝΔ, ο Αλέξης Τσίπρας ουδέποτε απέδειξε ότι είναι ο «άχαστος» που τα επικοινωνιακά κέντρα και τα troll του διαδικτύου τον έχουν χαρακτηρίσει.

Το δεύτερο είναι ότι η διαφορά των δύο κομμάτων πάνω – κάτω είναι ίδια. Λίγο περισσότερο ή λιγότερο από τις 10 μονάδες ή στην χειρότερη περίπτωση σίγουρα πάνω από 6 μονάδες, ακόμη κι από φιλικές προς τον ΣΥΡΙΖΑ εταιρείες δημοσκοπήσεων.

Προφανώς και δεν αναφερόμαστε στα γκάλοπ εκείνα που φτιάχνονται κι εγκρίνονται από το γραφείο του Χριστόφορου Βερναρδάκη για λογαριασμό των γνωστών εκδοτών του Μαξίμου.

Όλες οι περισσότερες έρευνες αναδεικνύουν μια εικόνα η οποία δεν αλλάζει. Η Νέα Δημοκρατία θα είναι σίγουρα πρώτη σε όποιες εκλογές και όποτε γίνουν, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι δεύτερος με πολύ μεγάλη διαφορά και η μάχη που «παίζεται» είναι αν θα έχουμε πέντε ή έξι κόμματα στη Βουλή. Και φυσικά ντέρμπι θα γίνει και με το αν θα έχει αυτοδυναμία το πρώτο κόμμα, κάτι που κρίνεται προφανώς από το πόσα κόμματα θα είναι στη Βουλή, πόσο θα είναι το ποσοστό που θα πάρουν τα κόμματα εκτός Βουλής κ.λπ.

Τα ερωτήματα

Υπ’ αυτές τις συνθήκες οι τρεις τελευταίες δημοσκοπήσεις της Alcon, της Pulse και της Rass για λογαριασμό του in.gr, έχουν όση σημασία είχαν και οι προηγούμενες με μια διαφορά. Ότι έρχονται να καταγράψουν την κοινή γνώμη λιγότερο από δύο μήνες από τις ευρωεκλογές. Και που ενδεχομένως να δώσουν τροφή για σκέψη στον ίδιο τον πρωθυπουργό για το πότε θα κάνει εκλογές.

Μπορεί όλοι να διαβεβαιώνουν ότι οι εθνικές κάλπες θα στηθούν Σεπτέμβριο – Οκτώβριο, όμως, είναι φανερό ότι οι ευρωεκλογές θα κρίνουν την τελική ημερομηνία.

Διότι όλοι αναρωτιούνται πώς μπορεί μια κυβέρνηση να είναι επί τρία και πλέον χρόνια κάτω από το δεύτερο κόμμα, με τόσο μεγάλη διαφορά και να μπορεί να σταθεί μετά τις ευρωεκλογές.

Το ερώτημα είναι πώς θα μπορεί ο Τσίπρας να παραμένει πρωθυπουργός ολόκληρο το καλοκαίρι αν στις ευρωεκλογές κατά κύριο λόγο (αλλά και στις δημοτικές – περιφερειακές) υποστεί δεινή ήττα.

Αν επιβεβαιωθούν τα γκάλοπ και ο ΣΥΡΙΖΑ ηττηθεί με διαφορά πάνω από 6 – 7 μονάδες (ακόμη περισσότερο αν χάσει με 10 μονάδες) πώς θα είναι σε θέση να συνεχίζει να είναι πρωθυπουργός για άλλους τρεις – τέσσερις μήνες σα να μη συμβαίνει τίποτε;

Διότι μπορεί τα γκάλοπ να είναι επίφοβα, ίσως αδύναμα να προβλέψουν το τελικό αποτέλεσμα κι εν πάση περιπτώσει όχι πάντα αξιόπιστα. Όταν όμως έρθει ένα αποτέλεσμα βγαλμένο από την κάλπη και είναι συντριπτικό για τον ΣΥΡΙΖΑ τι θα λένε εκείνη τη βραδιά τα στελέχη του; Ότι «πήραμε το μήνυμα, θα βελτιωθούμε και θα πείσουμε τον κόσμο που δεν πείσαμε επί τέσσερα χρόνια;»

Επομένως, κανείς δεν θα πρέπει να αποκλείσει το γεγονός ότι ο Τσίπρας θα κάνει νωρίτερα εκλογές βλέποντας ότι καμιά έρευνα δεν δείχνει θεαματική βελτίωση της συσπείρωσης κι εντυπωσιακό κλείσιμο της ψαλίδας.

Μέχρι πρότινος λέγαμε ότι οι δημοσκοπήσεις του Μαρτίου θα κρίνουν το χρόνο των εκλογών. Οι δημοσκοπήσεις ήρθαν, ο Μάρτιος πέρασε και ο ΣΥΡΙΖΑ… καμιά βελτίωση. Ούτε τα θετικά μέτρα στην οικονομία δεν στάθηκαν ικανά να αλλάξουν τη γνώμη των πολιτών, παρά το γεγονός ότι το νούμερο ένα κριτήριο επιλογής ενός κόμματος είναι η οικονομική πολιτική του.

Ο λόγος απλός: Ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει το «Μακεδονικό», πληρώνει την τραγωδία στο Μάτι, πληρώνει την αλλοπρόσαλλη πολιτική του στα ελληνοτουρκικά. Πληρώνει το γεγονός ότι το ηθικό πλεονέκτημα αποδείχθηκε «φούσκα».

Πληρώνει το γεγονός ότι οι πολίτες έχουν πάψει πλέον να βλέπουν τον Αλέξη Τσίπρα ως τη δύναμη ελπίδας κι ανανέωσης του πολιτικού συστήματος. Το βλέπουν μόνον ως «έναν ακόμη πολιτικό σαν και τους άλλους που τα βρήκε με τη διαπλοκή».

Η χαλαρή ψήφος

Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ πληρώνει και μια λάθος εκτίμηση του πρωθυπουργού. Ότι στις ευρωεκλογές η ψήφος είναι χαλαρή κι επομένως θα έχει απώλειες και η ΝΔ. Οι έρευνες δείχνουν ότι για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια πάμε σε ευρωεκλογές τόσο πολωμένες, λες και είναι εθνικές κάλπες. Αυτό σημαίνει ότι στην ευρωκάλπη ο κόσμος δείχνει να μην ψηφίζει για τους ευρωβουλευτές αλλά για να «μαυρίσει» ή να επιβραβεύσει τα κόμματα. Κακό αυτό καθώς η Ευρώπη αλλάζει και την επόμενη πενταετία θα κριθεί το μέλλον της ΕΕ.

Όμως, σε μια χώρα που έχει να κάνει εκλογές εδώ και μια τετραετία, για πρώτη φορά μετά από χρόνια τόσο μακρό χρονικό διάστημα, οι πολίτες ευλόγως θέλουν να εκφραστούν. Και θα το κάνουν σε όποια κάλπη κι αν στηθεί πρώτη.

Επομένως, οι ευρωκάλπες έχουν -καλώς ή κακώς- χαρακτήρα δημοψηφισματικό για την παρούσα κυβέρνηση, αλλά θα είναι κι ένα μήνυμα για τη ΝΔ που θέλει να κυβερνήσει.

Γι’ αυτό βλέπουμε και μια διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ που δεν κλείνει και που είναι πιο κοντά στις 10 μονάδες παρά πιο κοντά στις 5 μονάδες, ένα όριο που είναι για τον Τσίπρα αποδεκτό για να πάει σε εκλογές το φθινόπωρο, ελπίζοντας σε ραγδαία αλλαγή του πολιτικού σκηνικού μέσα στο καλοκαίρι.

Ο… άχαστος, ο οποίος κατ’ ιδίαν έχει πει ότι «εγώ δε χάνω από τον Μητσοτάκη», δείχνει να είναι σε αποδρομή. Τα μηνύματα που λαμβάνει από την κοινωνία είναι συντριπτικά εναντίον του και ο ίδιος ακόμη δεν είναι σε θέση να αποφασίσει πότε θα ηττηθεί.