Σήμερα, για πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία μια γυναίκα, η Αικατερίνη Σακελλαροπούλου, αναλαμβάνει το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, αλλάζοντας τον ρου της πολιτικής ιστορίας.

Εκτός απροόπτου, η Κατερίνα Σακελλαροπούλου θα λάβει 264 ψήφους -από τη Νέα Δημοκρατία, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ- κάτι που σημαίνει ότι θα εκλεγεί από την πρώτη ψηφοφορία και θα διαδεχθεί τον Προκόπη Παυλόπουλο. Τρεις διατελέσαντες Πρόεδρος -οι Κωνσταντίνος Καραμανλής, Κωστής Στεφανόπουλος και Κάρολος Παπούλιας- είχαν την ευκαιρία και μιας δεύτερης θητείας. Στο μισό αιώνα αδιατάρακτου κοινοβουλευτικού βίου, κάποιες Προεδρικές εκλογές ήταν συναινετικές ενώ σε άλλες αποτυπώθηκε το πραγματικά εκρηκτικό πολιτικό κλίμα της εποχής.

Μιχαήλ Στασινόπουλος (1974-1975): Ο πρώτος αλλά προσωρινός Πρόεδρος

Σε μια δύσκολη για τη χώρα συγκυρία (πτώση της 7χρονης δικτατορίας και εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο), και μετά το δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος (αβασίλευτη ή βασιλευομένη), ο Μιχαήλ Στασινόπουλος εκλέγεται στις 18 Δεκεμβρίου 1974 πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας μετά από πρόταση της κυβέρνησης Καραμανλή.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, που είχε διατελέσει πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκλέχθηκε με 206 ψήφους χωρίς κάποιον αντίπαλο. 

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1903. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και αναγορεύθηκε Διδάκτωρ Νομικής το 1934. Το 1937 διορίσθηκε Υφηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1943 τακτικός Καθηγητής της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών της οποίας διετέλεσε Πρύτανης από το 1951 έως το 1958.  Κατά τη διετία 1951-1953 διετέλεσε Πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Το 1952 υπηρέτησε ως υπηρεσιακός Υπουργός Προεδρίας και Εργασίας στην Κυβέρνηση Κιουσόπουλου και το 1958 ως Υπουργός Προεδρίας στην Κυβέρνηση Γεωργακόπουλου.

Το 1929, επιτυχών πρώτος στο σχετικό διαγωνισμό δικαστών, εισήλθε ως Εισηγητής στο Συμβούλιο της Επικρατείας του οποίου διετέλεσε Πρόεδρος από το 1966 έως το 1969.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1974, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Μετά την καθιέρωση, με το δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974 της αβασίλευτης Δημοκρατίας ως οριστικού πολιτεύματος, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος εξελέγη κατά πλειοψηφία από τη Βουλή ως προσωρινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Άσκησε τα καθήκοντα αρχηγού του κράτους από την 18η Δεκεμβρίου 1974 μέχρι την 20η Ιουνίου 1975, δηλαδή μέχρι την οριστική διαμόρφωση του νέου πολιτεύματος από την Αναθεωρητική Βουλή.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος απεβίωσε στις 31 Οκτωβρίου 2002.

Κωνσταντίνος Τσάτσος (1975-1980): Ο πρώτος πρόεδρος πλήρους θητείας 

Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος γεννήθηκε το 1899 στην Αθήνα όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του, το 1987. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι το 1920 τοποθετήθηκε στην ελληνική διπλωματική αντιπροσωπεία στο Παρίσι. Με την ιδιότητά του αυτή, συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών.

Μετά τις μεταπτυχιακές σπουδές του στη φιλοσοφία και φιλοσοφία του δικαίου στη Χαϊδελβέργη επέστρεψε στην Αθήνα. Ανακηρύχθηκε Διδάκτωρ Νομικής το 1929, υφηγητής το 1930 και έκτακτος καθηγητής στη Νομική Αθηνών το 1932 στην έδρα της Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, συνελήφθη και εκτοπίσθηκε στη Σκύρο, το 1941 απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο και το 1944 διέφυγε στη Μέση Ανατολή.

Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την απελευθέρωση και το 1945 ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών στη Κυβέρνηση Βούλγαρη, καθώς και το Υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών στην Κυβέρνηση Κανελλόπουλου. Το 1946 παραιτήθηκε από το Πανεπιστήμιο και πολιτεύθηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων. Χρημάτισε Υπουργός Εθνικής Παιδείας στην Κυβέρνηση Σοφούλη (1949), καθώς και Υφυπουργός Συντονισμού στη Κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου (1951). Το 1956 προσχώρησε στο νεοϊδρυθέν κόμμα της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) με το οποίο και εξελέγη βουλευτής σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Υπηρέτησε ως Υπουργός Προεδρίας Κυβερνήσεως και Υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας στην Κυβέρνηση Καραμανλή (1961, 1963), καθώς και Υπουργός Δικαιοσύνης στη Κυβέρνηση Κανελλόπουλου (1967).

Μετά τη μεταπολίτευση το 1974, ανέλαβε το Υπουργείο Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Στις βουλευτικές εκλογές του 1974 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Κωνσταντίνος Καραμανλής (1980-1985): Η πρώτη θητεία

Την αυγή της δεκαετίας του ’80, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ολοκληρώνει τον κύκλο του στην πρωθυπουργία και εκλέγεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας τον Απρίλιο του 1980. Εκλέγεται στην τρίτη ψηφοφορία με 183 ψήφους (στις δύο προηγούμενες είχε αποσπάσει 179 και 181 αντιστοίχως), στηριζόμενος από το κόμμα που είχε ιδρύσει.

Οι περισσότεροι βουλευτές της αντιπολίτευσης, 93 συγκεκριμένα, αρνήθηκαν την ψήφο, ενώ άλλοι υποψήφιοι (Γ. Μυλωνάς, Λ. Κύρκος, Φ. Βεγλερής, Νικ. Βενιζέλος, Ηλ. Ηλιού, Στ. Παπαθεμελής, Ι. Ζίγδης) απέσπασαν μονοψήφιο αριθμό ψήφων.

O Κωνσταντίνος Καραμανλής γεννήθηκε το 1907 στην κωμόπολη Πρώτη Σερρών της τότε υπόδουλης Μακεδονίας. Ο πατέρας του, δημοδιδάσκαλος, είχε μετάσχει ενεργά στο Μακεδονικό αγώνα. Μετά το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και, μετά την αποφοίτησή του, άσκησε, από το 1930, τη δικηγορία στην πόλη των Σερρών.

Εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος στην περιφέρεια Σερρών το 1935. Συνολικά, στην ευρύτερη διάρκεια της πολιτικής του σταδιοδρομίας, εξελέγη 12 φορές βουλευτής, διαδοχικά, του Λαϊκού Κόμματος, του Ελληνικού Συναγερμού, της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (ΕΡΕ) και της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ). Τα δυο τελευταία κόμματα ίδρυσε ο ίδιος, αντίστοιχα, το 1956 και το 1974. Διετέλεσε, μεταξύ 1946 – 1955, υπουργός Εργασίας, Μεταφορών, Κοινωνικής Πρόνοιας, Εθνικής Άμυνας και τέλος, Δημοσίων Έργων.

Ανέλαβε, τον Οκτώβριο του 1955, ως διάδοχος του Αλέξανδρου Παπάγου, την Πρωθυπουργία, την οποία και διατήρησε, μετά από τρεις επιτυχείς εκλογικές αναμετρήσεις, ως τον Ιούνιο του 1963, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του εξαιτίας διαφωνίας με τον Βασιλέα Παύλο. Έκτοτε, παρέμεινε επί ενδεκαετία στο εξωτερικό διατυπώνοντας, κατά αραιά διαστήματα, τις απόψεις του για την ανάγκη της αποκατάστασης του δημοκρατικού πολιτεύματος πάνω σε νέες βάσεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα, ενώ κατέρρεε η δικτατορία των Συνταγματαρχών, τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1974 και συγκρότησε, υπό την προεδρία του, την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, η οποία και αντιμετώπισε δραστικά την ανάγκη της άμεσης επαναλειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και της αντιμετώπισης της εθνικής κρίσης που είχε προκληθεί μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Επικράτησε σε δυο, διαδοχικές, εκλογικές αναμετρήσεις κατά τα έτη 1974 και 1977, εξασφαλίζοντας την αδιάλειπτη άσκηση της εξουσίας ως την παραίτησή του από την ενεργό πολιτική, το έτος 1980.

Χρήστος Σαρτζετάκης (1985-1990): Η πιο επεισοδιακή εκλογή 

Με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση πλέον, το 1985 ήταν η ώρα για αλλαγή και στο πρόσωπο του Πρώτου Πολίτη. Μετά από παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που ο ιστορικός έχει καταγράψει και με φανερή την πικρία του Κων. Καραμανλή, η κυβέρνηση Παπανδρέου καταλήγει στην υποψηφιότητα του Χρήστου Σαρτζετάκη, αρεοπαγίτη και γνωστού στο Πανελλήνιο ως ανακριτή της υπόθεσης δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη.
Ωστόσο, η εν λόγω Προεδρική εκλογή επρόκειτο να περάσει στην Ιστορία ως η πιο επεισοδιακή εκλογή.

Το χρώμα των ψηφοδελτίων -αφού τότε η εκλογή ήταν ακόμη μυστική-, και η δυνατότητα ή μη, του προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας -είχε, εν τω μεταξύ, παραιτηθεί ο Κων. Καραμανλής- και προέδρου της Βουλής, Ιωάννη Αλευρά να συμμετάσχει ή όχι στην ψηφοφορία, ήταν δύο ζητήματα που επιβάρυναν την πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής, με αποκορύφωμα την απομάκρυνσητης κάλπης από την αίθουσα, από το βουλευτή Ελευθέριο Καλογιάννη, κατά τη διάρκειας της δεύτερης ψηφοφορίας.

Η ένταση χτυπά «κόκκινο» τις ημέρες εκείνες στο Κοινοβούλιο, πάντως ο Χρ. Σαρτζετάκης αποσπά οριακά 180 ψήφους (από ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ) στην τρίτη ψηφοφορία, ενώ 112 βουλευτές αρνήθηκαν ψήφο.

Ο Χρήστος Σαρτζετάκης γεννήθηκε το 1929 στη Θεσσαλονίκη. Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μετά ολιγόμηνη δικηγορία, εισήλθε στον Δικαστικό κλάδο το 1955. Με εκπαιδευτική άδεια έκανε το 1965-1967 μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι στο εμπορικό δίκαιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο. Είναι έγγαμος με την Έφη Αργυρίου και έχουν μία κόρη.

Το 1963, υπηρετών στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έγινε και διεθνώς γνωστός ως Ανακριτής της υποθέσεως πολιτικής δολοφονίας του βουλευτού της αριστεράς Γρηγορίου Λαμπράκη, την οποία με επιτυχία διεξήγαγε.

Το 1968, επί δικτατορικού καθεστώτος, απελύθη από το Δικαστικό Σώμα και στη συνέχεια συνελήφθη δύο φορές, βασανίσθηκε και φυλακίσθηκε, χωρίς δίκη, επί ένα περίπου χρόνο. Με την κατάρρευση της δικτατορίας αποκαταστάθηκε στην υπηρεσία του τον Σεπτέμβριο του 1974 με τον βαθμό του Εφέτου. Το 1981 προάγεται στον βαθμό του Προέδρου Εφετών και το 1982 στον βαθμό του Αρεοπαγίτου.

Κατά την Προεδρική εκλογή του 1985 ο Χρήστος Σαρτζετάκης προτείνεται από το κόμμα του Πα.Σο.Κ. και εκλέγεται από αυτό και τα κόμματα της αριστεράς στις 29 Μαρτίου 1985 ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, παραμείνας στη θέση αυτή μέχρι τις 5 Μαΐου 1990.

Η επιστροφή του Κων. Καραμανλή (1990-1995)

Η Συνταγματική Αναθεώρηση του 1986 «ψαλιδίζει» κάποιες από τις Προεδρικές εξουσίες, ενώ αλλάζει πλέον και τον τρόπο εκλογής Προέδρου: γίνεται στο εξής φανερός, καταργώντας έτσι την ως τότε μυστική ψηφοφορία.  Και, με κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη πλέον, στην αυγή της δεκαετίας του ’90, ο Κων. Καραμανλής επιστρέφει στο Προεδρικό Μέγαρο.  

Στην πέμπτη και τελευταία εκλογή, ο προτεινόμενος από την ΝΔ υποψήφιος παίρνει 153 ψήφους με το βασικό του αντίπαλο, Ιω. Αλευρά, να κερδίζει την ψήφο 125 βουλευτών, ενώ ο προτεινόμενος από τον Ενιαίο Συνασπισμό Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος παίρνει 21.

Κωστής Στεφανόπουλος: Εκλογή και επανεκλογή με ρεκόρ ψήφων

Με το ΠΑΣΟΚ να έχει επανέλθει στην κυβέρνηση το 1993, το κυβερνών κόμμα από κοινού με την Πολιτική Άνοιξη, εκλέγουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Κωστή Στεφανόπουλο. Τον Μάρτιο του 1995, και στις τρεις ψηφοφορίες, απέσπασε 181 ψήφους, όταν ο Αθανάσιος Τσαλδάρης της ΝΔ ήλθε δεύτερος με 109.

Πέντε χρόνια μετά, ο Πατρινός πολιτικός επανεξελέγεται με ρεκόρ ψήφων (ως εκείνη τη στιγμή): 269 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ έδωσαν την ψήφο τους σε εκείνον από την πρώτη ψηφοφορία, με τον ιστορικό ηγέτη της ανανεωτικής Αριστεράς, Λεωνίδα Κύρκο, να παίρνει 10.

O Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος γεννήθηκε στην Πάτρα στις 15 Αυγούστου 1926. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και από το 1954 άσκησε ενεργό δικηγορία μέχρι το 1974, ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών. Άρχισε να πολιτεύεται στις εκλογές του 1958 με την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ) και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Αχαΐας το 1964. Επανεξελέγη βουλευτής Αχαΐας, με τη Νέα Δημοκρατία (ΝΔ) στις εκλογές του 1974, 1977, 1981 και 1985. Διετέλεσε Γραμματεύς της Κοινοβουλευτικής ομάδος και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος από το 1981 μέχρι το 1985.

Το 1974 μετείχε στην Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή ως Υφυπουργός Εμπορίου. Τα επόμενα επτά χρόνια υπήρξε μέλος των κυβερνήσεων της ΝΔ ως Υπουργός Εσωτερικών από το Νοέμβριο του 1974 μέχρι το Σεπτέμβριο του 1976, Υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών (Σεπτέμβριος 1976 – Νοέμβριος 1977) και Υπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως (1977-1981).

Τον Αύγουστο του 1985, ο Κ. Στεφανόπουλος αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία και στις 6 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους ίδρυσε το κόμμα της Δημοκρατικής Ανανέωσης (ΔΗΑΝΑ). Εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών στις εκλογές του 1989, ενώ παρέμεινε πρόεδρος του κόμματος αυτού μέχρι τον Ιούνιο του 1994, οπότε το κόμμα αυτό ανέστειλε τη δράση του.

Κάρολος Παπούλιας (2005-2015): «Ναι» με 279 ψήφους 

Το ρεκόρ όμως του Κ. Στεφανόπουλου επρόκειτο να καταρριφθεί από το διάδοχό του στο Προεδρικό Μέγαρο: στον πρώτο εκλογικό γύρο 279 βουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, μετά από πρόταση του Κώστα Καραμανλή, ψηφίζουν τον Κάρολο Παπούλια. Ένα ρεκόρ που παραμένει ακατάρριπτο μέχρι σήμερα.

Ο Κάρολος Παπούλιας γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1929 στα Γιάννινα, γενέθλιο τόπο της μητέρας του. Τελείωσε το δημοτικό σχολείο Πωγωνιανής και φοίτησε στα γυμνάσια Πωγωνιανής, Ζωσιμαίας Ιωαννίνων, Παλαιού Φαλήρου και 7ου Παγκρατίου Αθηνών. Η ναζιστική κατοχή τον βρήκε μαθητή του γυμνασίου Πωγωνιανής. Εντάχθηκε από τους πρώτους στην ένοπλη αντίσταση εναντίον των εισβολέων. 

Από το Δεκέμβριο του 1974 εκλέγεται αδιαλείπτως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ.  Το 1977 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων και επανεκλεγόταν συνεχώς μέχρι τις εκλογές του 2004.Από το 1981 έως το 1985, επί κυβερνήσεων Ανδρέα Παπανδρέου, διετέλεσε Υφυπουργός, Αναπληρωτής Υπουργός, και από το 1985 έως 1989 και από το 1993 έως 1996, Υπουργός Εξωτερικών. Κατά τη διάρκεια της Οικουμενικής Κυβέρνησης διατέλεσε Υπουργός Αναπληρωτής Εθνικής Άμυνας (1989-1990). Επί πρωθυπουργίας του κ. Κ. Σημίτη διετέλεσε επί σειρά ετών, 1998 έως 2004, Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης υπουργικής του θητείας ταυτίστηκε με μια διορατική και πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική. Τη δεκαετία του 1980 πρωταγωνίστησε σε όλες τις προσπάθειες επίλυσης του μεσανατολικού ζητήματος με κορυφαίο γεγονός την επιτυχή διαμεσολάβηση του για την ασφαλή αποχώρηση των εγκλωβισμένων μαχητών της παλαιστινιακής αντίστασης και του ίδιου του Αραφάτ με ελληνικά πλοία από την Τρίπολη του Λιβάνου (1983).

Συνομίλησε με δώδεκα συνολικά Υπουργούς Εξωτερικών της Τουρκίας και ήταν σταθερά προσανατολισμένος στη διαρκή και επίπονη προσπάθεια εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η προσπάθεια αυτή κορυφώθηκε με την υπογραφή του Μνημονίου Παπούλια-Γιλμάζ το 1988.

Την τριετία 1993-96 υπήρξε σημαντική η συμβολή του στην έναρξη των ενταξιακών συνομιλιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ιδιαίτερα στον καθοριστικό για την ένταξη της συμβούλιο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) στο Εσσεν. Ως προεδρεύων της ΕΕ 1994 και ως μέλος της Ομάδος Επαφής για την πρώην Γιουγκοσλαβία, μαζί με τους κ.κ. Κρίστοφερ, Κίνκελ, Ζιπέ, Κόζιρεφ και Βαν ντερ Μπρούκ, κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την υπέρβαση της κρίσης στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Υπέγραψε την ενδιάμεση συμφωνία με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (Σεπτέμβριος 1995).

Διατηρούσε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με όλους τους Βαλκάνιους ηγέτες και λειτούργησε κατ’ επανάληψη ως μεσολαβητής της ΕΕ.

Με την επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον το 1985 και την αντεπίσκεψη του τότε επικεφαλής του Στέϊτ Ντιπάρτμεντ Τζ. Σούλτς συνέβαλε σημαντικά στην επανατοποθέτηση και εξομάλυνση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων που τα προηγούμενα χρόνια είχανε δοκιμαστεί σκληρά.

Προκόπης Παυλόπουλος: Ο απερχόμενος Πρόεδρος 

Τον Δεκέμβριο του 2014 ήταν η τελευταία φορά που η κοινοβουλευτική πλειοψηφία αδυνατεί να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την προσφυγή στις κάλπες.

Ο πρώην Επίτροπος της Κομισιόν, Σταύρος Δήμας προτείνεται από τον τότε πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά και τον Ευάγγελο Βενιζέλο για Πρόεδρος, ωστόσο οι 168 ψήφοι των δύο κομμάτων (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) δεν επαρκούν.

Ακολουθούν βουλευτικές εκλογές, η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και, εν τέλει, η εκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου, μετά από πρόταση του τότε πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα: 233 βουλευτές από το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τη ΝΔ, και τους Ανεξάρτητους Έλληνες εκλέγουν στην τέταρτη ψηφοφορία το σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας (συνυπολογίζοντας τις τρεις προ των βουλευτικών εκλογών).

Ο Νίκος Αλιβιζάτος προτιμάται από 30 βουλευτές του Ποταμιού και του ΠΑΣΟΚ, ενώ άλλοι 32 βουλευτές (ΚΚΕ και Χρυσή Αυγή) ψηφίζουν «παρών».

Ο Προκόπης Παυλόπουλος γεννήθηκε το 1950 στην Καλαμάτα. Το 1968 εισήχθη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποίαν αποφοίτησε με άριστα το 1973. Συνέχισε, σε μεταπτυχιακό επίπεδο, τις σπουδές του στο Παρίσι και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο Paris II. Το 1974 έλαβε Δίπλωμα Μεταπτυχιακών Σπουδών στο Δημόσιο Δίκαιο (DEA de Droit Public) και το 1977 αναγορεύθηκε με άριστα διδάκτωρ (Doctorat d’ État). Το 1982 εξελέγη και ακολούθως διορίσθηκε Εντεταλμένος Υφηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και, μετά από διαδοχικές κρίσεις στις βαθμίδες του Επίκουρου Καθηγητή (1983) και του Αναπληρωτή Καθηγητή (1985), εξελέγη Καθηγητής της ίδιας Σχολής το 1989. Επιπροσθέτως, δίδαξε και διεξήγαγε έρευνα ως Επισκέπτης Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris II (1986).

Ο Προκόπης Παυλόπουλος υπήρξε ενεργός πολιτικός, αρχής γενομένης από το 1974-1975, κατά την άσκηση καθηκόντων Γραμματέα του πρώτου (προσωρινού) Προέδρου της Δημοκρατίας Μιχαήλ Στασινόπουλου. Διετέλεσε μέλος της Οικουμενικής Κυβέρνησης Ξ. Ζολώτα (1989-1990), στην οποίαν μετείχε ως Αναπληρωτής Υπουργός Προεδρίας, αρμόδιος για τα ΜΜΕ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος. Το 1990 ανέλαβε καθήκοντα Διευθυντή του Νομικού Γραφείου της Προεδρίας της Δημοκρατίας, επί προεδρίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1995. Μεταξύ 1995 και 1996 ήταν Εκπρόσωπος Τύπου της Νέας Δημοκρατίας. Το 1996 εξελέγη Βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας και ως το 2000 άσκησε καθήκοντα Τομεάρχη Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης. Από το 2000 ως το 2014 εκλεγόταν συνεχώς Βουλευτής Α΄ Αθηνών. Από το 2000 έως το 2004 ήταν Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας. Μεταξύ 2004-2009 διετέλεσε, αδιαλείπτως, Υπουργός Εσωτερικών στις Κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή, με την ενιαία μορφή που είχε τότε το Υπουργείο αυτό. Στις 18 Φεβρουαρίου του 2015 εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας με πλειοψηφία 233 ψήφων επί 300.

Πηγή: Δείτε ποιοι ήταν οι Πρόεδροι της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας (φώτο)